ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πανάκριβα κόστισε η πολιτική αστάθεια στη χώρα

panakriva-kostise-i-politiki-astatheia-sti-chora-2070743

Ολοταχώς προς ένα νέο –τρίτο– δάνειο της τάξης των 20 δισ. ευρώ από την Ευρωζώνη βαδίζει η Ελλάδα, προκειμένου να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του 2015 και του 2016.

Η σύναψη ενός νέου δανείου, που όπως και τα προηγούμενα θα συνοδεύεται από Μνημόνιο και επιτήρηση, θεωρείται αναπόφευκτη στις Βρυξέλλες, αλλά και στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα από το τέλος του φθινοπώρου έως σήμερα έχει επιδεινώσει όλους εκείνους τους παράγοντες που διαμορφώνουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου και την κάλυψή τους. Η παροχή προληπτικής πιστωτικής γραμμής (ECCL) που είχε συμφωνηθεί προεκλογικά με την τότε κυβέρνηση δεν ισχύει πλέον. Η χώρα δεν πληροί τις προϋποθέσεις για ECCL (ένας από τους όρους είναι η δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές), αλλά μόνο για κανονικό δάνειο.

Τον Ιούλιο του 2014, η τρόικα υπολόγιζε το χρηματοδοτικό κενό του 2015 σε 12,6 δισ. ευρώ. Η εκτίμηση αυτή βασιζόταν στην υπόθεση ότι οι δόσεις θα καταβάλλονταν κανονικά, η οικονομία θα εμφάνιζε ρυθμό ανάπτυξης 2,9%, το πρωτογενές πλεόνασμα θα έφτανε το 3% του ΑΕΠ. Σήμερα, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ισχύει.

H ίδια η κυβέρνηση ζήτησε να χαμηλώσει ο δημοσιονομικός στόχος και πράγματι στην απόφαση του Eurogroup υπάρχει μια γενικόλογη αναφορά ότι οι στόχοι θα λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές συνθήκες. Κατά τον κ. Βαρουφάκη και την κυβέρνηση αυτό συνιστά μια αλλαγή των δημοσιονομικών στόχων του 2015 και των επομένων ετών. Κατά το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών αφορά μόνο το 2015 και από το 2016 και μετά επιστρέφει ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ. Σε κάθε περίπτωση, σημαίνει διεύρυνση του χρηματοδοτικού κενού, χωρίς ωστόσο να αποκλείει τη λήψη πρόσθετων μέτρων.

Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έλεγαν στην «Κ» ότι ο νέος στόχος θα είναι αντικείμενο της αξιολόγησης, που πρέπει να αρχίσει αμέσως μετά την επικύρωση της παράτασης του προγράμματος από τα κράτη-μέλη. Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει και φέτος τουλάχιστον όση διαρθρωτική προσαρμογή (χωρίς να υπολογίζεται η επίπτωση από την ανάπτυξη) θα έπρεπε να κάνει ή έκανε πέρυσι. Ο υπουργός Οικονομικών έχει προτείνει να αναπροσαρμοστεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα στο 1,5% του ΑΕΠ. Με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το πρωτογενές πλεόνασμα φέτος δεν θα είναι υψηλότερο του 1% του ΑΕΠ στην καλύτερη περίπτωση. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση θα χρειαστεί όχι μόνο να βρει ισοδύναμα για όσα μέτρα με δημοσιονομικό κόστος θέλει να εφαρμόσει, αλλά και τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ επιπλέον για να πιάσει τον στόχο του 1,5% του ΑΕΠ (εάν υιοθετηθεί η πρόταση της Αθήνας).

Το δημοσιονομικό κενό θα είναι κατά πάσα πιθανότητα πολύ μεγαλύτερο του 1 δισ. ευρώ, καθώς η εκτίμηση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους βασίστηκε στην υπόθεση ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι 2,9% και η κυβέρνηση θα ελάμβανε εκείνα τα μέτρα που είχαν συμφωνηθεί με την τρόικα στο e-mail Χαρδούβελη. Ολα τα μέτρα που ανακοίνωσε έως τώρα η κυβέρνηση έχουν δημοσιονομικό κόστος.

Επισφαλής η πρόβλεψη

Ωστόσο, η ανάκαμψη της οικονομίας, αν συνεχιστεί, θα είναι αναιμική. Η ΤτΕ στην έκθεση του διοικητή για τη νομισματική πολιτική απέφυγε να κάνει εκτίμηση, θεωρώντας ότι, λόγω της αβεβαιότητας, θα είναι επισφαλής. Οι συνθήκες ρευστότητας στην οικονομία επιδεινώθηκαν μετά τις εκλογές. Καταθέσεις τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ έχουν ήδη φύγει από το τραπεζικό σύστημα τους δύο πρώτους μήνες του έτους και κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δεν πρόκειται να επιστρέψουν εάν δεν κλείσει η διαπραγμάτευση με την τρόικα, ώστε να αρθεί η ανησυχία για έξοδο από το ευρώ. Για τον ίδιο λόγο, επιχειρήσεις αναστέλλουν τα επενδυτικά τους σχέδια και η κυβέρνηση επανεξετάζει όλες τις συμβάσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις και τα έργα που είχαν δρομολογηθεί. Η κατά 11,5% αύξηση των επενδύσεων, στην οποία βασιζόταν η εκτίμηση για ανάπτυξη, μοιάζει ακόμη πιο μακρινό όνειρο απ’ όσο όταν ετίθετο ως στόχος και αμφισβητείτο από την τρόικα.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χορηγεί την ελάχιστη δυνατή ρευστότητα που απαιτείται για να καλυφθούν οι ανάγκες των τραπεζών, όχι του Δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα.

Η προοπτική εξόδου στις αγορές ουσιαστικά δεν υπάρχει όσο δεν αποκαθίστανται οι σχέσεις με τους πιστωτές. Είναι ενδεικτικό ότι, ενόψει του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης δανείζονται με το χαμηλότερο κόστος στην ιστορία τους. Η Πορτογαλία εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να αποπληρώσει μέρος των δανείων του ΔΝΤ. Ακόμη και η Κύπρος αναμένεται ότι θα βγει στις αγορές στις αρχές του καλοκαιριού, πολύ πριν τελειώσει το πρόγραμμά της. Την ίδια ώρα, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει απαγορευτικό κόστος δανεισμού και φλερτάρει συνεχώς με τη χρεοκοπία.