ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Γεωπολιτική και εθνική διαπραγμάτευση

apopsi-geopolitiki-kai-ethniki-diapragmateysi-2070764

Το τελευταίο διάστημα έχει ανακύψει το ζήτημα της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας και πώς αυτό μπορεί να αποτελέσει ατού στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές μας. Πριν προχωρήσουμε στην αποτίμηση των πραγματικών δεδομένων, ας προβούμε σε μία σύντομη καταγραφή της κατάστασης διεθνώς.

Εχουμε διέλθει μία μεταβατική φάση της νεότερης ιστορίας, όπου ο κόσμος μοιάζει περισσότερο άναρχος, μη κρατικοί υβριδικοί δρώντες επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις εξελίξεις, ενώ απουσιάζει ένα συντονιστικό όργανο ικανό να αντιμετωπίσει επαρκώς παραδοσιακές και νέες προκλήσεις. Η οικονομική στασιμότητα πολλών περιφερειών, η εξαθλίωση ολόκληρων περιοχών, οι διακρατικές και εμφύλιες συγκρούσεις, οι μεταναστευτικές ροές και η ενίσχυση ακραίων, εξτρεμιστικών στοιχείων δημιουργούν συνθήκες παρατεταμένης και ώς ένα βαθμό ανεξέλεγκτης αστάθειας. Ταυτόχρονα, το κέντρο βάρους της οικονομικής ισχύος μετατοπίζεται προς την Ανατολή, όπως και το ενδιαφέρον της μόνης υπερδύναμης, ενώ αναμένουμε με ενδιαφέρον μέχρι πού θα φτάσουν οι κινήσεις αμφισβήτησης της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ. Η απουσία ενός κανονιστικού πλαισίου -με αποδυναμωμένη την ισχύ του διεθνούς δικαίου υπέρ ενός περιοριστικού τρόπου λήψης αποφάσεων από μικρά μπλοκ κρατών με ελεγχόμενη νομιμοποίηση- και η υποχώρηση της ηθικής καθολικότητας της Δύσης τροποποιούν περαιτέρω τους συσχετισμούς. Προσώρας, η διεθνής τάξη κλονίζεται από την αδυναμία αποτελεσματικής παρέμβασης μέσω ενός μηχανισμού πρόληψης ή ουσιαστικής διαχείρισης κρίσεων.

Μέσα, λοιπόν, σε ένα περιβάλλον όπου το ζητούμενο είναι η εξεύρεση κοινών παρονομαστών στην αναζήτηση νέων ισορροπιών προκειμένου να δομηθεί ένα σύστημα συλλογικής ασφάλειας, η Ελλάδα βρισκόμενη εν μέσω ενός τόξου εντεινόμενων αβεβαιοτήτων (Βόρεια Αφρική, Ανατολική Μεσόγειος, Ουκρανία) καλείται να επανέλθει ταχέως στην κανονικότητα. Εφόσον πρώτα σταθεροποιήσουμε τη θέση μας εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας και του κοινού νομίσματος, θα αποκτήσουμε τη δυνατότητα διπλωματικών ελιγμών, αξιοποιώντας τα στρατηγικά και συγκυριακά μας πλεονεκτήματα. Ωστόσο, με το κυριότερο διακύβευμα για εμάς ανοιχτό, τον χρόνο να λειτουργεί σε βάρος μας, την αγορά παγωμένη, τη ρευστότητα σε οριακά επίπεδα και τους επενδυτές να τηρούν στάση επιφυλακτικής αναμονής, η διαπραγματευτική μας ισχύς εξασθενεί. Οι εταίροι μας αντιλαμβάνονται εξίσου τις εθνικές μας προτεραιότητες, παρακολουθούν, αλλά δεν ανησυχούν ιδιαίτερα για ενδεχόμενη στροφή μας στον σινορωσικό άξονα, γνωρίζοντας πως οι λύσεις των προβλημάτων που μας ταλανίζουν βρίσκονται εν πολλοίς στα δικά τους χέρια. Ετσι, αργά ή γρήγορα και ανάλογα με την πορεία των διαβουλεύσεων ενδέχεται να μας αντιστρέψουν το δίλημμα περί του περιφερειακού αντίκτυπου σε περίπτωση εκτροχιασμού της χώρας. Και αυτό γιατί οι εκ μέρους μας υπομνήσεις για τον κίνδυνο αναταράξεων ίσως να μην εκλαμβάνονται με τη δέουσα προσοχή από τη στιγμή που εμείς θα ζημιωθούμε πρώτοι και πάνω από όλους. Κοντολογίς, δεν πρέπει να εμφανιζόμαστε ότι κάνουμε ασκήσεις επί χάρτου, «παίζοντας» με την επίκληση ενός ενδεχόμενου με εθνικά ανυπολόγιστες συνέπειες.

Αντιθέτως, πρέπει να διεκδικήσουμε ενεργητικά την αναγνώρισή μας ως εξισορροπητικού πόλου σε μία περιοχή που βρίθει προβληματικών καταστάσεων, δυνάμει αποσταθεροποιητικών για την περιφερειακή ασφάλεια. Η Ελλάδα, λόγω ιστορικής συνύπαρξης και διαπολιτισμικών δεσμών, δεδομένης της προσήλωσης στις συμβατικές της υποχρεώσεις καθώς και της έμπρακτης αναγνώρισης της ανάγκης αποκλιμάκωσης, καθίσταται αδιαμφισβήτητα ένας εποικοδομητικός εταίρος. Στο σκέλος των συγκρούσεων που προκαλούν μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών και παράγουν πρόσφυγες, η Αθήνα μπορεί, με την αναγκαία υποστήριξη, να αποτελέσει ανάχωμα ή έστω αποτελεσματικό σημείο ελέγχου των μεταναστευτικών ρευμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση και λόγω της γεωγραφικής μετατόπισης του τρομοκρατικού δικτύου, διευκολύνεται η πρόσβαση τζιχαντιστών στην Ευρώπη.

Στο ενεργειακό πεδίο, έχουμε τα φόντα να μετεξελιχθούμε σε σημαντικό κρίκο της αλυσίδας που θα εδραιώνει τον ασφαλή εφοδιασμό της Γηραιάς Ηπείρου μέσω της διαφοροποίησης προμηθευτών και οδεύσεων. Το εν λόγω θέμα βρίσκεται ψηλά στις προτεραιότητες των Ευρωπαίων εταίρων μας, γεγονός που μας δίνει τη δυνατότητα, με ορθή χρήση των περιθωρίων εμπλοκής μας σε διάφορα projects, να αποκτήσουμε λόγο και ρόλο επί των διεργασιών.

Στις επιδεινούμενες σχέσεις Δύσης-Ρωσίας, η Ελλάδα μπορεί να καταστεί η φωνή της λογικής, οδηγώντας ή συμμετέχοντας σε ενδοευρωπαϊκές συμμαχίες, εντούτοις, το momentum δυσχεραίνει τις προσπάθειες επαναφοράς στα προ Ουκρανίας επίπεδα. Επίσης, λόγω περιορισμένου ειδικού βάρους, η όποια κινητοποίησή μας προϋποθέτει τη συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων πλευρών αλλά και την αποτυχία των υφιστάμενων διαβουλεύσεων. Αν, πάντως, υλοποιηθεί η συμφωνία του Μινσκ, Παρίσι και Βερολίνο θα κατοχυρωθούν ως πετυχημένοι διαμεσολαβητές. Ούτως ή άλλως, η δοκιμασία ενός ενδιάμεσου ρόλου για εμάς θα πρέπει να εκκινήσει από ένα ζήτημα με μικρότερες συνθετότητες και επιπλοκές.

Αναγκαία συνθήκη για την ευόδωση πρωτοβουλιών που θα μας προσδώσουν γεωπολιτική υπεραξία είναι η ανάκτηση της εικόνας ενός υπολογίσιμου δρώντα, ο οποίος αποτελεί μέρος της λύσης των προβλημάτων και όχι μέρος του ίδιου του προβλήματος. Εγκύπτοντας στις υπαρκτές προκλήσεις, που αφορούν εξίσου, αν όχι περισσότερο τα συμφέροντα των συμμάχων μας, και στις οποίες μπορούμε να προσφέρουμε λύσεις και «υπηρεσίες». Η εξαργύρωση της ρήτρας χρησιμότητας θα επέλθει μόνο εφόσον αποκαταστήσουμε τις σχέσεις εμπιστοσύνης, ως αποτέλεσμα μιας σκληρής διαπραγμάτευσης υπεύθυνου ρίσκου, στην οποία θα έχουμε προσδιορίσει εγκαίρως τα επιθυμητά σημεία σύγκλισης.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.