ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η δραματική επιστολή Τσίπρα

i-dramatiki-epistoli-tsipra

Δραματική έκκληση προς τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ, αλλά και προς τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ και τον επικεφαλής της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, να συνδράμουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος ρευστότητας της Ελλάδας, απηύθυνε ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, με επιστολή που τους απηύθυνε στις 15 Μαρτίου. Επιστολή που εκτιμάται ότι οδήγησε στη σύγκληση της επταμερούς συνάντησης στις Βρυξέλλες την περασμένη Πέμπτη, αλλά και στην πρόσκληση που απηύθυνε η κ. Μέρκελ προς τον κ. Τσίπρα, να επισκεφθεί το Βερολίνο.

«Με αυτό το γράμμα, σας καλώ να μην επιτρέψετε μια μικρή εκταμίευση χρημάτων και μια συγκεκριμένη θεσμική αδράνεια να μετατραπεί σε ένα μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα και την Ευρώπη», επισήμανε ο πρωθυπουργός. Ο κ. Τσίπρας επισημαίνει στην επιστολή προς την κ. Μέρκελ, το περιεχόμενο της οποίας αποκάλυψαν χθες οι Financial Times, ότι «δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές χρήματος και επίσης ενόψει των αυξημένων υποχρεώσεων για την αποπληρωμή του χρέους την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2015 (κυρίως προς το ΔΝΤ), πρέπει να γίνει ξεκάθαρο πως οι ειδικοί περιορισμοί της ΕΚΤ, σε συνδυασμό με τις καθυστερήσεις στις εκταμιεύσεις, θα καθιστούσαν αδύνατο για οποιαδήποτε κυβέρνηση να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της για το χρέος. Η εξυπηρέτηση αυτών των υποχρεώσεων μόνο μέσω εσωτερικών πηγών θα οδηγούσε σε μια μεγάλη επιδείνωση στη χτυπημένη από την ύφεση ελληνική οικονομία, ένα ενδεχόμενο που δεν θα το επιτρέψω». Με την τελευταία αυτή αναφορά του, ο πρωθυπουργός υπονοεί με σαφήνεια ότι δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν ταυτόχρονα και η αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων και οι κοινωνικές δαπάνες και ότι, εφόσον η κυβέρνηση αναγκασθεί, θα επιλέξει το δεύτερο.

«Η ελληνική κυβέρνηση παραμένει σταθερή στη δέσμευσή της να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της στους εταίρους της» διαβεβαιώνει ο πρωθυπουργός. Παράλληλα, προσθέτει ότι, για να γίνει αυτό, θα πρέπει η ΕΚΤ να χαλαρώσει τους όρους χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών και να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Απριλίου η αξιολόγηση, ώστε να συγκεκριμενοποιηθεί η επανεκκίνηση των εκταμιεύσεων με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων.