ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Η κρίσιμη καμπή ήταν η Ντοβίλ»

i-krisimi-kampi-itan-i-ntovil-2078713

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Η βόλτα της Γερμανίδας καγκελαρίου Μέρκελ με τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας, Σαρκοζί, στη γραφική παραλία της Ντοβίλ, τον Οκτώβριο του 2010, δεν ήταν καθόλου «ρομαντική» για την Ελλάδα. Ηταν η αρχή της διολίσθησης της χώρας σ’ ένα απαγορευτικό διεθνές περιβάλλον, ακριβώς τη στιγμή που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται τα πρώτα θετικά δείγματα. Αυτό εκτιμούν σημαντικοί οικονομικοί παράγοντες, κυρίως από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Παράλληλα, επιρρίπτουν ευθύνες στον αρνητικό τρόπο που προσέγγισαν το πρόβλημα οι ελληνικές κυβερνήσεις.

Η συνάντηση των ηγετών του γαλλογερμανικού άξονα άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και, σε συνδυασμό με τις αντιδράσεις κατά του μνημονίου στο εσωτερικό της Ελλάδας, τη γραφειοκρατική δυσκαμψία και την πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, οδήγησαν στο παρατεταμένο «ελληνικό δράμα». «Από το καλοκαίρι μέχρι και το φθινόπωρο του 2010 υπήρχαν ενδείξεις ότι το μνημόνιο μπορούσε να πετύχει. Πολλές από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στους τομείς του συνταξιοδοτικού, των μεταφορών κ.ά. είχαν εφαρμοσθεί στους πρώτους μήνες. Και τα σπρεντ στα ελληνικά ομόλογα είχαν υποχωρήσει» τονίζει ο εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF), Χανγκ Τραν, και προσθέτει: «Αλλά μετά είχαμε τη γνωστή συνάντηση Μέρκελ – Σαρκοζί στην Ντοβίλ, όπου για πρώτη φορά ετέθη το θέμα ανάληψης του ρίσκου από τους ιδιώτες. Μέχρι τότε τα κρατικά ομόλογα και ιδιαίτερα των ανεπτυγμένων χωρών ήταν το θεμέλιο του οικονομικού συστήματος. Η κρίσιμη καμπή ήταν η Ντοβίλ».

Στο ίδιο συμπέρασμα για την Ντοβίλ είχε καταλήξει και ο τότε γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν, δηλώνοντας ότι «το μήνυμα που έστειλαν στους πιστωτές ήταν: Προσοχή, εάν δανείσετε, κινδυνεύετε να μην πάρετε πίσω τα χρήματά σας. Εκαναν ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι θα έκανε ένας επιχειρηματίας που αναλαμβάνει μια προβληματική επιχείρηση». Η γαλλογερμανική συμφωνία πανικόβαλε τις αγορές. Οχι μόνο για την Ελλάδα. Στην Ιρλανδία χρεοκόπησαν οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζες, ενώ ακολούθησε η Πορτογαλία.

Ωστόσο, αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Στελέχη του ΔΝΤ, αλλά και κορυφαίοι Ευρωπαίοι παράγοντες αποδίδουν την όποια αποτυχία στις παλινδρομήσεις των ελληνικών κυβερνήσεων και των κομμάτων, που έδιναν επικοινωνιακές μάχες εναντίον του μνημονίου, ενισχύοντας τις λαϊκές αντιδράσεις και καθιστώντας πιο δύσκολη την υλοποίησή του.

Η άλλη πλευρά

Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλάους Ρέγκλινγκ, που βρέθηκε στην Ουάσιγκτον για τη σύνοδο του ΔΝΤ, επισημαίνει στην «Κ» ότι «η διαδικασία προσαρμογής στην Ελλάδα μέχρι το τέλος του 2014 ήταν εντυπωσιακή. Οι κυβερνήσεις πέτυχαν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών με τη μείωση των ελλειμμάτων, που ήταν απόρροια του περιορισμού των δημόσιων δαπανών, της αύξησης των φόρων και της εισαγωγής των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτά τα μέτρα επανέφεραν την Ελλάδα σε μια πιο ανταγωνιστική και βιώσιμη πορεία. Η γενικότερη στρατηγική ήταν σαφώς η σωστή». Ως σφάλμα αναγνωρίζει το γεγονός ότι «οι διαπραγματεύσεις για το PSI κράτησαν υπερβολικά πολύ, κάτι που δημιούργησε μεγάλη αβεβαιότητα και επιβάρυνε την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας». Ο κ. Ρέγκλινγκ θεωρεί ότι η προσαρμογή στην Ελλάδα ήταν αναπόφευκτη και δεν ευθύνονται τα μνημόνια για την πτώση του βιοτικού επιπέδου, καθώς για δεκαετίες αναπτύσσονταν στην Ελλάδα μείζονες ανισορροπίες, όπως μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών, άνοδος του κόστους παραγωγής κατά 40% περισσότερο απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, και μεγάλες απώλειες στην ανταγωνιστικότητα.

Ο Ντάγκλας Ρέντικερ ήταν ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ στο ΔΝΤ το κρίσιμο διάστημα από την υπογραφή του μνημονίου. «Πολλά από τα κρίσιμα στοιχεία του μνημονίου δεν υλοποιήθηκαν πλήρως, ενώ και αυτά που εφαρμόσθηκαν βρίσκουν τώρα την αντίθεση της νέας κυβέρνησης» τονίζει και προσθέτει: «Η όλη προσπάθεια έπεσε θύμα της γενικότερης συζήτησης γύρω από το μέλλον της Ελλάδας στο ευρώ, την κατάσταση του τραπεζικού της συστήματος και την αβεβαιότητα για την πορεία της χώρας».