ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο μικροσκόπιο διεθνών οικονομολόγων η πολιτική της κυβέρνησης

sto-mikroskopio-diethnon-oikonomologon-i-politiki-tis-kyvernisis-2081021

«Η Αθήνα σπατάλησε πολύτιμο χρόνο, αποξένωσε πιθανούς συμμάχους στο Eurogroup και γεννήθηκαν ερωτήματα για το κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν έτοιμος να κυβερνήσει». Ο Βολφάνγκο Πικολί, εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας πολιτικών συμβούλων Teneo Intelligence, με αυτή τη δήλωση στην «Κ» δίνει το στίγμα των πρώτων 100 ημερών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ο διεθνής αναλυτής, που βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα για να συμμετάσχει σε εκδήλωση του ΙΟΒΕ για τις προοπτικές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας, χαρακτηρίζει «συγκρουσιακή» τη στάση της κυβέρνησης. Οπως λέει, «ενδεχομένως η στάση αυτή να στοχεύει στο να προετοιμάσει τον "έντιμο συμβιβασμό" για τον οποίο θα επιχειρήσει ο πρωθυπουργός να πείσει την κοινή γνώμη και -ιδιαίτερα- το κόμμα του». Ωστόσο, για να υπάρξει συμφωνία με τους πιστωτές, «ορισμένες από τις “κόκκινες” γραμμές θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Αυτό ισχύει ειδικότερα για τις ιδιωτικοποιήσεις και την αύξηση του ΦΠΑ (εκτός αν συμβεί το απροσδόκητο και αυξήσουν με διαφορετικό τρόπο τα έσοδα», ενώ και οι συντάξεις παραμένουν «κρίσιμο» ζήτημα. Ο Πικολί, από την άλλη, θεωρεί πιθανό οι «θεσμοί» να υποχωρήσουν στο θέμα της περαιτέρω απορρύθμισης των σχέσεων εργασίας.

Στην εκδήλωση του ΙΟΒΕ, την περασμένη Τετάρτη στο Γαλλικό Ινστιτούτο, συμμετείχαν επίσης ο Ρέζα Μογκαντάμ, υψηλόβαθμο στέλεχος της Morgan Stanley και πρώην (από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι τον Ιούλιο του 2014) επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, ο Ντιρκ Ράινερμαν, επικεφαλής του τμήματος Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας της Παγκόσμιας Τράπεζας, και ο διευθυντής ερευνών του οικονομικού ινστιτούτου DIW στο Βερολίνο, Αλέξανδρος Κρητικός.

Ο κ. Μογκαντάμ, που τον Ιανουάριο είχε γράψει ότι το ελληνικό χρέος πρέπει να απομειωθεί κατά 50%, τόνισε ότι το χάσμα σε θέματα ουσίας μεταξύ της Αθήνας και των πιστωτών παραμένει «μεγάλο» και το πολιτικό πλαίσιο «περίπλοκο». Ο Βρετανο-Ιρανός οικονομολόγος, που για 22 χρόνια υπηρέτησε το Ταμείο σε σειρά νευραλγικών θέσεων, ανέδειξε τρία πεδία προβληματισμού του σχετικά με την ευρωπαϊκή οικονομία: την ανεπαρκή δημιουργία θέσεων εργασίας, μία δημοσιονομική αρχιτεκτονική της που επιδεινώνει τις αρνητικές συνέπειες του οικονομικού κύκλου και την υπερβολικά αργή διαδικασία εξυγίανσης των ισολογισμών των τραπεζών σε πολλές χώρες.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσίασε και η ομιλία του Ράινερμαν, του οποίου η ομάδα παρέχει τεχνική βοήθεια στην Αθήνα σε θέματα όπως η απλοποίηση διαδικασιών για την υλοποίηση επενδύσεων. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας στα οποία αναφέρθηκε, η χώρα μας ήδη το 2011 είχε την έκτη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε. σε ποσοστά απόλυτης φτώχειας (εισόδημα χαμηλότερο από 5 δολάρια ΗΠΑ την ημέρα). Οπως παρατήρησε ο κ. Ράινερμαν, μόνο το 42% των πολιτών που ανήκουν στο φτωχότερο τμήμα του πληθυσμού «λάμβαναν το 2011 οποιαδήποτε οικονομική παροχή από το κράτος» – ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό για ανεπτυγμένη χώρα. Τα νεότερα στοιχεία για τη φτώχεια στην Ελλάδα θα είναι ακόμα χειρότερα, εκτίμησε.

Ενας από τους λόγους γι’ αυτό είναι τα πολύ χαμηλά επίπεδα ξένων άμεσων επενδύσεων – μόλις 2,1 δισ. ευρώ στην Ελλάδα το 2013, έναντι 6 δισ. στην Πορτογαλία και 24 δισ. στην Ιρλανδία, σύμφωνα με στοιχεία που έθεσε στη διάθεση της «Κ» ο Ράινερμαν. Κατά τον Γερμανό οικονομολόγο, ο κλάδος των logistics θα μπορούσε να είναι το κλειδί για την αύξηση των ροών αυτών. Ωστόσο, λόγω ασφυκτικού ρυθμιστικού πλαισίου, παρά την καλή της γεωγραφική θέση, η Ελλάδα βρίσκεται στο περιθώριο του χάρτη της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας.

Από την πλευρά του, κοιτάζοντας επίσης προς το μέλλον, ο καθηγητής Κρητικός έδωσε έμφαση στην ανάγκη να μην περιορίσει η Ελλάδα τις φιλοδοξίες της στο «να κάνει τα ίδια πράγματα καλύτερα», αλλά να εστιάσει στο «καινούργιο και το μέχρι πρότινος αδιανόητο». Μία στρατηγική καινοτομίας και προσέλκυσης κορυφαίων ερευνητών της ελληνικής Διασποράς πίσω στη χώρα, όπως είπε, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για το νέο μοντέλο ανάπτυξης.