ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Και πάλι στο προσκήνιο η προσωπική διαφορά

kai-pali-sto-proskinio-i-prosopiki-diafora-2082340

Επανέρχεται στο προσκήνιο των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές το ζήτημα της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς. Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να μεταθέσει για τον Δεκέμβριο τη συζήτηση που αφορά την κατάρτιση νέου μισθολογίου στο Δημόσιο, οι θεσμοί δεν φαίνονται διατεθειμένοι να υπαναχωρήσουν. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στον τελευταίο κύκλο συνομιλιών μεταξύ κυβέρνησης και πιστωτών επαναδιατυπώθηκε το ζήτημα της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στο πλαίσιο κατάρτισης του νέου μισθολογίου.

Ειδικότερα, οι θεσμοί ζητούν τη διεύρυνση της διαφοράς μεταξύ του κατώτατου και του ανώτατου μισθού στο Δημόσιο, προκειμένου αυτό να λειτουργήσει ως κίνητρο αποδοτικότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους. Η κυβέρνηση προβάλλει ότι δεν είναι αντίθετη στην κατάρτιση νέου μισθολογίου, ωστόσο επιθυμεί «να ανοίξει» η σχετική συζήτηση στις αρχές του νέου έτους, με το επιχείρημα ότι «ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να μειωθεί περαιτέρω και παράλληλα δεν υπάρχουν οι πόροι προκειμένου να αυξηθεί ο ανώτατος».

Τα τελευταία στοιχεία

Στο σημείο αυτό των διαπραγματεύσεων επανήλθε η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, από την οποία, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία επιτροπής που είχε συστηθεί στο υπουργείο Οικονομικών, αναμένεται να εξοικονομηθούν 203,69 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι το συνολικό ετήσιο κόστος της προσωπικής διαφοράς που καταβάλλεται σε 65.771 δημοσίους υπαλλήλους από τον Ιανουάριο του 2012 μέχρι σήμερα και προέκυψε λόγω της πλημμελούς εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι περισσότερα από τα μισά χρήματα καταβάλλονται σε υπαλλήλους πανεπιστημιακής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του υπ. Οικονομικών, οι οποίοι βρίσκονται στην αποκαλούμενη «υψηλή κλίμακα» και έχουν μεικτή προσωπική διαφορά που κυμαίνεται μηνιαίως από 500 έως 1.000 ευρώ (σ.σ. δηλαδή αμείβονται με αυτά τα ποσά επιπλέον του μισθού τους).

Ζητούμενο για τους δανειστές είναι το ποσό που θα εξοικονομηθεί από την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς να χρησιμοποιηθεί για τη διεύρυνση της διαφοράς μεταξύ κατώτατου και ανώτατου μισθού στο Δημόσιο, προκειμένου να υπάρξει μισθολογική κλιμάκωση, δηλαδή οι υπάλληλοι να αμείβονται ανάλογα με τη θέση ευθύνης τους και τα προσόντα τους. Μέρος από το ποσό που θα εξοικονομηθεί, σύμφωνα με τα όσα συζητούνται, προορίζεται παράλληλα και για την επιβράβευση των ικανών.

Πέραν του τεράστιου μισθολογικού κόστους, η ύπαρξη της προσωπικής διαφοράς έχει και «ηθική» διάσταση, καθώς παρατηρούνται τεράστιες αποκλίσεις από τα προβλεπόμενα στο ενιαίο μισθολόγιο, ενώ προκύπτουν και μισθολογικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων ίδιας εκπαίδευσης και αντίστοιχων προσόντων που απασχολούνται σε διαφορετικούς τομείς του Δημοσίου. Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της επιτροπής, «πρωταθλητές» στην προσωπική διαφορά είναι υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών (112,77 εκατ. ευρώ), ενώ τη δεύτερη θέση καταλαμβάνουν δημόσιοι υπάλληλοι που απασχολούνται στις περιφέρειες και τους δήμους.

Πέραν της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς, οι εταίροι ζητούν την εξοικονόμηση πόρων διά της περικοπής μη μισθολογικών επιδομάτων (π.χ. υπερωρίες) αλλά και την κατάργηση κάποιων ειδικών αδειών (π.χ. άδεια ευγνωσίας) που παρά τις αλλεπάλληλες «μεταρρυθμίσεις», εξακολουθούν να υφίστανται στο Δημόσιο.