ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς θα ξεπεραστεί ο σκόπελος των «σκληρών»

pos-tha-xeperastei-o-skopelos-ton-skliron-2082360

Το κλείσιμο της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, που από την έναρξή της κινείται σε τεντωμένο σκοινί, με κύριο χαρακτηριστικό τη διαρκή εναλλαγή των πιθανοτήτων για επιτυχή κατάληξη ή συγκρουσιακό ναυάγιο, είναι ίσως ο μεγαλύτερος, αλλά όχι ο μοναδικός σκόπελος για τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Δημοσίως, το στενό επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου διατυπώνει σταθερά τη βεβαιότητα ότι και η συμφωνία η οποία θα έρθει στη Βουλή, αλλά και το πολυνομοσχέδιο με τα μέτρα που θα απαιτηθούν για την ολοκλήρωσή της, θα ψηφιστούν από την κυβερνητική πλειοψηφία χωρίς κραδασμούς. Ωστόσο, καθώς από τις κατά καιρούς τοποθετήσεις βουλευτών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από διαφοροποιήσεις που ήδη έχουν εκδηλωθεί σε ψηφοφορίες στη Βουλή, κάθε τέτοια βεβαιότητα μόνο δεδομένη δεν θα πρέπει να θεωρείται, ήδη ο κ. Τσίπρας, σε συνεννόηση με την κομματική πλειοψηφία, έχει σχεδιάσει τη στρατηγική του για την επόμενη ημέρα της διαπραγμάτευσης, εφόσον από αυτήν προκύψει συμφωνία.

Φαίνεται ότι στους σχεδιασμούς της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι να δεσμεύσει την Κοινοβουλευτική Ομάδα με προηγούμενη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής. Ετσι, ήδη στην Πολιτική Γραμματεία έχει γίνει συζήτηση για σύγκληση της Κεντρικής Επιτροπής μόλις διαμορφωθεί ένα προσχέδιο συμφωνίας με τους εταίρους και υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα για τα μέτρα. Εκεί, η πλειοψηφία θα ζητήσει και πιθανότατα θα επιτύχει, έστω και κατά πλειοψηφία, μια θετική τοποθέτηση έναντι της συμφωνίας.

Με τον τρόπο αυτό ανοίγει ο δρόμος για να τεθεί ζήτημα κομματικής πειθαρχίας προς τους βουλευτές κατά την ψηφοφορία στη Βουλή. Οπως υπενθυμίζουν στελέχη του κόμματος, όλοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ εκλήθησαν πριν από τις εκλογές να υπογράψουν έναν κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος αναφέρει ότι η παραίτηση των βουλευτών είναι στη διάθεση του κόμματος και ότι «το κόμμα μπορεί να ζητήσει την παραίτηση όταν ο βουλευτής αρνείται να υλοποιήσει τις συλλογικές, δεσμευτικές αποφάσεις των οργάνων του κόμματος».

Η προετοιμασία για την επόμενη ημέρα ενδεχόμενης συμφωνίας κρίθηκε απαραίτητη από τον κ. Τσίπρα και τους στενούς συνεργάτες του στην κυβέρνηση και στο κόμμα.

Ηδη, από την επομένη της κοινής δήλωσης του πρωθυπουργού και του προέδρου της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, την περασμένη Τετάρτη, με την οποία αποτυπώθηκε η υποχώρηση της κυβέρνησης έναντι της απαίτησης των εταίρων για ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αλλά και η υπαναχώρηση σε εργασιακά και ασφαλιστικό, η συζήτηση μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοίξει για το τι είναι ανεκτό και αποδεκτό στην κατεύθυνση ενός «έντιμου συμβιβασμού». Η αλλαγή στους σχεδιασμούς για τα εργασιακά και οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό ήδη συζητούνται, μαζί με μια σειρά άλλων θεμάτων.

Ειδικότερα, για το ασφαλιστικό, η αναφορά σε «δημοσιονομικά βιώσιμο» ασφαλιστικό σύστημα προδιαγράφει ένα ευρύ πλαίσιο παρεμβάσεων προς ικανοποίηση της πάγιας σχετικής θέσης του ΔΝΤ.

Για τα εργασιακά, η κατάθεση του νομοσχεδίου για τις παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, που έχει εξαγγελθεί από τον αρμόδιο υπουργό Πάνο Σκουρλέτη, έχει ήδη μετατεθεί αρκετές φορές και εκ νέου μετατίθεται, ενώ η κυβέρνηση, προκειμένου να λάβουν οι όποιες παρεμβάσεις την έγκριση των εταίρων, θα φέρει αλλαγές έπειτα από διαβούλευση με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας και στο πλαίσιο των βέλτιστων ευρωπαϊκών προτύπων.

Η διαφαινόμενη συμφωνία της κυβέρνησης σε εφαρμογή ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ, η προοπτική διατήρησης του ΕΝΦΙΑ, τουλάχιστον για το τρέχον έτος, η χρονική μετάθεση της επαναφοράς του αφορολογήτου στις 12.000 ευρώ, κάνουν πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να μιλούν για συνέχιση των πρακτικών φοροεπιδρομής στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και για εγκατάλειψη των προγραμματικών θέσεων ότι αυτές οι ομάδες του πληθυσμού θα ελαφρυνθούν σημαντικά και θα πληρώσουν «όσοι δεν πλήρωναν έως τώρα». Η συμφωνία με τους εταίρους για συνέχιση των αποκρατικοποιήσεων είναι το άλλο μεγάλο «αγκάθι» για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που θα πρέπει να εξηγήσουν στο ακροατήριό τους γιατί «το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας», όπως είχαν ονομάσει τις αποκρατικοποιήσεις, συνεχίζεται, έστω και με ελαφρώς τροποποιημένους όρους.

Ολες αυτές οι ενστάσεις ελάχιστα καθησυχάζονται από τις δημόσιες διαβεβαιώσεις της κυβερνητικής ηγεσίας ότι η κυβέρνηση δεν υποχωρεί από τις «κόκκινες γραμμές» που έχει θέσει.