ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μέτωπο με ΕΚΤ ανοίγει τώρα η κυβέρνηση

metopo-me-ekt-anoigei-tora-i-kyvernisi-2083531

Ενα ακόμα σοβαρό μέτωπο άνοιξε την προηγούμενη εβδομάδα η κυβέρνηση, αυτή τη φορά με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με αφορμή την επίθεση στον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) Γιάννη Στουρνάρα.

Με τις διαπραγματεύσεις να βρίσκονται στο πιο επισφαλές σημείο, σύμφωνα με την έκφραση του υπουργού Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη, η κυβέρνηση κλιμάκωσε τις επιθέσεις εναντίον του κ. Στουρνάρα ζητώντας την παραίτησή του.

Η ένταση της σύγκρουσης προκάλεσε μια εξαιρετικά σπάνια αντίδραση από την ΕΚΤ: σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, πηγές της ευρωτράπεζας εξέφρασαν την ανησυχία της ΕΚΤ για τις πιέσεις και την κριτική που ασκούνται προς τον κ. Στουρνάρα.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα η ΕΚΤ προβληματίζεται για τις παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία της ΤτΕ παρέχοντας στήριξη στο πρόσωπο του διοικητή της ΤτΕ.

Το έναυσμα της επίθεσης στον διοικητή της ΤτΕ έδωσε δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», που έκανε λόγο για email συνεργάτη του διοικητή που παρέθετε στοιχεία που υπονόμευαν την οικονομία και την κυβέρνηση.

Η ΤτΕ αρνήθηκε ότι εστάλη τέτοιο μήνυμα και τελικά φαίνεται ότι το μήνυμα εστάλη από προσωπικό λογαριασμό συνεργάτη του κ. Στουρνάρα. Επί της ουσίας το μήνυμα περιελάμβανε στοιχεία τα οποία είναι γνωστά και έχουν δημοσιευτεί δεκάδες φορές, όπως η μείωση των καταθέσεων, η μείωση των αποτιμήσεων των μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο κ.ά., κατάσταση που αποδίδεται στην παρατεταμένη αβεβαιότητα και την ανησυχία για την έκβαση της διαπραγμάτευσης.

Τη δεινή κατάσταση στην οικονομία, λόγω της αβεβαιότητας, ωστόσο δεν αρνείται ούτε η ίδια η κυβέρνηση. Οπως δήλωσε ο κ. Νίκος Παππάς, υπουργός Επικρατείας, την περασμένη Πέμπτη: «Αυτό που είναι εξαιρετικά σημαντικό επί του παρόντος είναι να πετύχουμε μια θετική έκβαση στη διαπραγμάτευση, ώστε να ανακουφιστεί η ελληνική οικονομία από το νέφος της αβεβαιότητας».

Παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία δεν αμφισβητήθηκαν, όπως και η κατάσταση της οικονομίας, ωστόσο με αφορμή το email εξαπολύθηκε μια κατά μέτωπον επίθεση από κυβερνητικά στελέχη και μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, ζητώντας την παραίτηση Στουρνάρα. Μάλιστα ο κ. Λαφαζάνης, υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, κλιμάκωσε την επίθεση εναντίον του διοικητή της ΤτΕ αποδίδοντάς του ευθύνες για τις υποθέσεις της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, όπου η εμπλοκή του στη διάσπασή του ήταν περιορισμένη και έμμεση.

Ο κ. Λαφαζάνης σημείωσε ότι έγιναν εγκλήματα, τα οποία θα «εξιχνιαστούν εις βάθος και θα αποδοθούν ευθύνες και πολιτικές και ποινικές».

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε τον κ. Στουρνάρα ότι θέλει να γίνει… πρωθυπουργός, προσθέτοντας ότι δεν συνεργάζεται με την κυβέρνηση.
Δημόσια παρέμβαση – στήριξη προς τον κ. Στουρνάρα πραγματοποίησε ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ο κ. Στουρνάρας τοποθετήθηκε έπειτα από όλα αυτά την περασμένη Πέμπτη ξεκαθαρίζοντας, σε συνέντευξή του στα ΝΕΑ, ότι δεν θα παραιτηθεί. «Δεν βλέπω τον λόγο ότι πρέπει να το κάνω» σημείωσε, ενώ προσέθεσε ότι συνεργάζεται σε καθημερινή βάση με τον Δραγασάκη και τον Τσακαλώτο.

«Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας ήταν ότι εγώ τους βρήκα λύση για να πληρωθεί προχθές η δόση των 750 εκατομμυρίων στο ΔΝΤ» είπε.

Παρέμβαση για το θέμα έκανε και ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης, σημειώνοντας ότι το υπουργείο Οικονομικών θεσμικά σέβεται την ανεξαρτησία της ΤτΕ προσθέτοντας ότι η ανεξαρτησία λειτουργεί και από τις δύο κατευθύνσεις. «Πρέπει και η ΤτΕ να σεβαστεί την ανεξαρτησία της και να μην παρεμβαίνει με σχόλια για το κυβερνητικό έργο», τόνισε.

Η δήλωση του κ. Βαρουφάκη είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, καθώς ένας από τους κύριους λόγους για τον οποίο λειτουργούν υπό καθεστώς ανεξαρτησίας ορισμένοι θεσμοί είναι ακριβώς αυτό: να λειτουργούν και να διατυπώνουν άποψη ελεύθερα πέρα από κυβερνητικές παρεμβάσεις.

Αν διαβάσει κανείς τις εκθέσεις των διοικητών της Τράπεζας της Ελλάδος, ακόμα και από τη δεκαετία του 1980, θα διαπιστώσει ότι οι διοικητές πάντα διατύπωναν και διατυπώνουν κριτική στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, στις κυβερνητικές ανεπάρκειες (ειδικά στην περιστολή της φοροδιαφυγής και την προώθηση μεταρρυθμίσεων), προειδοποιούν για τους κινδύνους που δημιουργούν διάφορες κυβερνητικές αποφάσεις, «χτυπούν καμπανάκια» για την κατάσταση της οικονομίας και διατυπώνουν προτάσεις πολιτικής.