ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αμφίσημη η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης

amfisimi-i-architektoniki-tis-eyrozonis-2084821

«Αυτά είναι πράγματα που δεν πρέπει να λέμε δημοσίως, σωστά;» Με τον ταπεινό τρόπο που τον διακρίνει, ο Τομ Σάρτζεντ, κάτοχος του βραβείου Νομπέλ Οικονομικών, προσπαθεί να αποφύγει την ερώτηση της «Κ» για το αν έχει εκπλαγεί που δεν έχουν αποσυρθεί ακόμα περισσότερες καταθέσεις από τις ελληνικές τράπεζες. «Εικάζω ότι o κόσμος ακόμα πιστεύει ότι η στήριξη από την Ευρώπη θα συνεχιστεί».

Οπως εξηγεί, η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης χαρακτηριζόταν εξαρχής «από υψηλό βαθμό αμφισημίας», με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές αν πρόκειται για μία νομισματική ένωση, όπου κάθε μέλος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την εξυπηρέτηση των χρεών του ή αν υπάρχει κάποια μορφή αμοιβαιοποίησης των υποχρεώσεων. «Η αγορά ομολόγων ώς το 2009 θεωρούσε ότι ισχύει η δεύτερη εκδοχή. Εκτοτε, μεταπηδά συνεχώς από τη μία εκδοχή στην άλλη», ενώ υπάρχουν και κρίσιμες μπλόφες, όπως η περιβόητη ρήση του Μάριο Ντράγκι το 2012, ότι θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να σωθεί η Ευρωζώνη. Τα πάντα, με άλλα λόγια, είναι θέμα διαχείρισης προσδοκιών –ένα πεδίο στο οποίο ο Σάρτζεντ έχει εμβαθύνει ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

Πρόκειται για τον άνθρωπο που έθεσε τα εμπειρικά θεμέλια για την εξάπλωση της θεωρίας των ορθολογικών προσδοκιών (rational expectations). Το έκανε αυτό κατά τη δεκαετία του ’70, όταν ο στασιμοπληθωρισμός στις δυτικές οικονομίες κλόνιζε στην πράξη τα κεϊνσιανά Οικονομικά. Ο Σάρτζεντ, εκείνη την περίοδο, ήταν από τους κύριους υπονομευτές του θεωρητικού υπόβαθρου του κεϊνσιανισμού, προωθώντας τον –αμφιλεγόμενο– ισχυρισμό ότι οι ορθολογικές προσδοκίες των οικονομικών παραγόντων σχετικά με τις συνέπειες της οικονομικής πολιτικής εξουδετερώνουν την ικανότητα της κυβέρνησης να επηρεάσει το επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας.

Σήμερα, 40 χρόνια και χίλια… κύματα αργότερα, σε τι κατάσταση θεωρεί ότι βρίσκεται η επανάσταση των ορθολογικών προσδοκιών; «Εχει αντέξει πολύ καλά τη δοκιμασία του χρόνου» απαντά. «Χρησιμοποιείται στα χρηματοοικονομικά, στην ανάλυση πολιτικής, στα μοντέλα για τις φούσκες και τη γένεση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, για την κατανόηση της λειτουργίας της εγγύησης καταθέσεων. Είναι, βασικά, μια θεωρία για το πώς προσαρμόζονται οι πεποιθήσεις των οικονομικών παραγόντων στην αλλαγή των οικονομικών συνθηκών, κι έχει αποδειχθεί ένα πολύ ισχυρό εργαλείο για την κατανόηση της πραγματικότητας».

Πώς απαντά στην κριτική ότι η θεωρία προϋποθέτει υπερβολικό ορθολογισμό και εξεζητημένες προγνωστικές ικανότητες στην οικονομική συμπεριφορά των απλών ανθρώπων; «Χρησιμοποιούμε, όντως, κάποια μαθηματικά. Το ίδιο κάνουν και στη Φυσική. Δεν σημαίνει ότι τα μόρια καταλαβαίνουν τα μαθηματικά αυτά.» Οπως αναφέρει όμως, μαζί με ορισμένους συναδέλφους του προσπαθεί τον τελευταίο καιρό να αναπτύξει ένα νέο μοντέλο –πάντα με προχωρημένα μαθηματικά– που θα ενσωματώνει το πνεύμα της κριτικής για την αδυναμία πρόβλεψης του μέλλοντος.

Μιλώντας για προβλέψεις, τον ρωτάμε πόσο ικανοποιημένος είναι με τη σπουδή με την οποία οι οικονομολόγοι προειδοποίησαν για την κρίση του 2007-8. «Η μομφή ότι δεν προβλέψαμε την κρίση βασίζεται στην άγνοια» απαντά χωρίς περιστροφές. «Πολλοί στη βιβλιογραφία ανέλυαν τις συνθήκες που θα οδηγούσαν σε ξέσπασμα χρηματοπιστωτικής κρίσης. Και μετά το 2008, πολλαπλασιάστηκαν οι εισηγήσεις που αφορούσαν το θέμα».

Στα χρόνια της ευδαιμονίας, ωστόσο, οι αναλύσεις που προειδοποιούσαν για το τι έρχεται επηρέαζαν αυτούς που λάμβαναν τις αποφάσεις; Ο Σάρτζεντ, στην απάντησή του, επικαλείται το «εξαιρετικό» βιβλίο «Fragile by Design» των Καλομοίρη και Χέιμπερ: «Εξηγούν ότι υπήρχαν συμφέροντα που επωφελούνταν από εκείνες τις πρακτικές που εξέθεταν την κοινωνία σε κινδύνους».

Κεντρικό θέμα στο βιβλίο, όπως λέει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, «είναι η ιδέα ότι ο συνδυασμός της εγγύησης καταθέσεων και των κρατικών διασώσεων έχει δώσει το κίνητρο στις τράπεζες να γιγαντωθούν και να γίνουν στο μέγιστο βαθμό ριψοκίνδυνες. Γιατί τα χρήματα που ρισκάρουν είναι αυτά των φορολογουμένων». Δυστυχώς, όπως λέει, «δεν έχουν γίνει αρκετά για να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο» που δημιουργούσε αυτά τα στρεβλά κίνητρα.

Ενα θέμα που συναρπάζει τον Σάρτζεντ είναι το σωστό μοντέλο για τον εντοπισμό «φουσκών» στην οικονομία. Αναφέρεται, μάλιστα, στη θεωρία του Χ. Σέινκμαν του Princeton, σύμφωνα με την οποία εκτεταμένες ανοιχτές πωλήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε διόρθωση της αγοράς πριν η «φούσκα» ξεφύγει από τον έλεγχο: «οι απαισιόδοξοι με αυτόν τον τρόπο αμφισβητούν τους αισιόδοξους».

Δομική ανεργία

Μεταξύ των πολλών ζητημάτων με τα οποία έχει καταπιαστεί ο 71χρονος οικονομολόγος είναι η σύγκριση της ανεργίας στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Ο δείκτης της ανεργίας ήταν συστηματικά χαμηλότερος στην Ευρώπη ώς το 1970, ενώ είναι σταθερά υψηλότερος από τις ΗΠΑ μετά το 1980. Ο Σάρτζεντ (μαζί με τον Λ. Λάνγκβιστ) είναι από τους πρωτεργάτες της θεωρίας που αποδίδει τη διαφορά των τελευταίων δεκαετιών στο πιο γενναιόδωρο δίχτυ κοινωνικής προστασίας στην Ευρώπη, το οποίο αμβλύνει τα κίνητρα για εύρεση εργασίας. Ωστόσο, όπως λέει στην «Κ», ο Πολ Κρούγκμαν είχε παρατηρήσει ότι το κράτος πρόνοιας ήταν πιο ισχυρό στην Ευρώπη και πριν από το 1970 –άρα δεν μπορεί να είναι αυτή η εξήγηση.

Η απάντηση του Σάρτζεντ βασίζεται στην παράμετρο της «αναταραχής» (turbulence), που συνδέεται με την εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης. Οπως εξηγεί, από το 1980 και μετά, με τη μετεγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες, το κόστος της απώλειας μιας θέσης εργασίας αυξήθηκε σημαντικά στη Δύση. «Το αποτέλεσμα στην Ευρώπη, όπου τα επιδόματα ανεργίας ήταν μακροχρόνια και γενναιόδωρα, ήταν ότι πολλοί –ιδιαίτερα εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας– επέλεξαν τη μόνιμη μετακόμιση από την αγορά εργασίας στις προνοιακές υποδομές. Αυτό είναι που είχε καταλάβει ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, για παράδειγμα. Οι μεταρρυθμίσεις του είχαν σκοπό να το αντιμετωπίσουν».