ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «επόμενη ημέρα» του δημοψηφίσματος

i-epomeni-imera-toy-dimopsifismatos-2090583

Ραγδαίες οι πολιτικές εξελίξεις μετά τη απόφαση της κυβέρνησης για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η σαφής θέση που έλαβε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και στη συντριπτική πλειοψηφία τους τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, αλλά και του κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ, υπέρ του «όχι» ως αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, καθιστούν, στην περίπτωση που επικρατήσει το «ναι», αναπόφευκτες περαιτέρω εξελίξεις. Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας εμφανίζεται από συνεργάτες του να έχει ξεκαθαρίσει ότι η κυβέρνηση, στην περίπτωση που η θέση της για «ένα ηχηρό όχι» δεν επικροτηθεί από τους πολίτες, δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη διαχείρισης μιας πολιτικής την οποία έχει εκ των προτέρων απορρίψει. Ως εκ τούτου, ο κ. Τσίπρας εμφανίζεται αποφασισμένος να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Την άποψη αυτή συμμερίζονται και πολλά από τα μέλη του κυβερνητικού συμβουλίου, αλλά και βουλευτές, που προεξοφλούν, μεν, ότι η κυβέρνηση «θα κερδίσει τη μάχη», αλλά παραδέχονται ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να αποφύγει την προσφυγή στις κάλπες.

Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών επικεντρώνεται στο να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις ότι, ανεξαρτήτως του ερωτήματος που τίθεται στο δημοψήφισμα, το πραγματικό ερώτημα στο οποίο καλούνται να απαντήσουν οι πολίτες είναι το ναι ή όχι στο ευρώ. Στο κυβερνητικό επιτελείο είναι σαφές ότι εάν οι πολίτες προσέλθουν στο δημοψήφισμα έχοντας αυτήν την εκτίμηση στο μυαλό τους, το αποτέλεσμα θα είναι πολύ διαφορετικό. Ωστόσο, η κυβέρνηση ακολουθεί μοναχικό δρόμο, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και οι φωνές από το εξωτερικό καταδεικνύουν ότι το δημοψήφισμα θα καθορίσει την επιλογή της χώρας ως προς τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της.

Ο άμεσος αντίκτυπος της απόφασης για δημοψήφισμα ήταν η απόλυτη περιθωριοποίηση της Αθήνας, η οποία, όπως προκύπτει από τις αντιδράσεις στο εξωτερικό, απώλεσε και τους τελευταίους συμμάχους που είχαν απομείνει στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει ένα κατά το δυνατόν ευνοϊκότερο αποτέλεσμα από τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους. Στο Μέγαρο Μαξίμου, από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε η απόφαση για το δημοψήφισμα, άρχισαν να καταγράφουν τις αντιδράσεις των εταίρων και των θεσμών, οι οποίες ήταν εξαιρετικά αρνητικές. Λίγες ώρες αργότερα, στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού σχολίαζε ότι «μας επιτέθηκαν σκληρά», για να προσθέσει ότι η Αθήνα ανέμενε πως η απόφασή της θα συναντούσε αντιδράσεις.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση, πέρα από τη «μάχη του δημοψηφίσματος», στην οποία θα ριχτούν όλα τα στελέχη της, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό, καλείται να ασκήσει πολιτική διαχείριση μιας εξαιρετικά δύσκολης καθημερινότητας, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη Κυριακή.

Η αντίδραση των πολιτών τις ώρες που ακολούθησαν την ανακοίνωση της απόφασης της κυβέρνησης να οδηγήσει τη χώρα σε δημοψήφισμα, οι ουρές στα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης των τραπεζών και στα βενζινάδικα, η «επιδρομή» στα σούπερ μάρκετ και η διάχυτη ανησυχία και αγωνία προδιαγράφουν μια κατάσταση εξαιρετικά απρόβλεπτη και δύσκολη για τους έχοντες την ευθύνη διαχείρισής της.

Προκειμένου να εξομαλυνθεί η κατάσταση τις αμέσως επόμενες ημέρες, είναι αναγκαία η στήριξη και οι διαβεβαιώσεις των εταίρων ότι θα συνεχιστεί η ροή ρευστότητας προς τη χώρα και προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε ο κ. Τσίπρας, ζητώντας από τον επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, διασφάλιση ρευστότητας και από τους ηγέτες των χωρών της Ε.Ε. να εγκρίνουν ολιγοήμερη παράταση του προγράμματος. Η αποδοχή των αιτημάτων της Αθήνας, ωστόσο, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, υπό το βάρος του αρνητικού κλίματος που προκάλεσε η αιφνιδιαστική κίνηση του πρωθυπουργού.

Επιπλέον, δυσκολεύει περισσότερο από τον ιδιαίτερα επιθετικό τόνο που υιοθέτησαν τα κυβερνητικά στελέχη έναντι των εταίρων και των προτάσεών τους και αναμένεται να κλιμακωθεί περισσότερο προσεχώς.

Μέσα σε αυτό το πρίσμα, δεν αποκλείεται η Αθήνα να κληθεί να διαχειριστεί μία ακόμα πιο δύσκολη κατάσταση στην πορεία προς την επόμενη Κυριακή, ιδιαίτερα εάν επικρατήσει το σενάριο που θέλει την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία, έχοντας απολέσει πλήρως την εμπιστοσύνη της προς την ελληνική κυβέρνηση μετά τις τελευταίες εξελίξεις, να ενεργοποιεί το plan B, δηλαδή την άμυνά της απέναντι στον κίνδυνο «επιμόλυνσης» από μια περιθωριοποιημένη Ελλάδα.