ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Το παραπλανητικό δημοψήφισμα

apopsi-to-paraplanitiko-dimopsifisma-2091525

Ι. Κατά το Σύνταγμα (άρθρ. 44 παρ 2 εδ. α’) για το δημοψήφισμα αυτό προαπαιτείται η ύπαρξη «κρίσιμου εθνικού θέματος». Τέτοιο θέμα θα ήταν, προ ετών, να μπούμε ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΟΚ) με όλες τις εντεύθεν υποχρεώσεις μας, δηλαδή το να αποδεχτούμε ή όχι ορισμένους περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής μας κυριαρχίας, εφόσον έτσι θα εξυπηρετείτο σπουδαίο εθνικό συμφέρον (άρθρ. 28 Σ). Τέτοιο δημοψήφισμα όμως ορθώς δεν διεξήχθη, δοθέντος ότι ο ελληνικός λαός ήταν πάντοτε άρρηκτα δεμένος – πολιτισμικά και συναισθηματικά – με τη δυτική Ευρώπη, στην συντριπτική τους δε πλειοψηφία οι Έλληνες ήσαν φιλοευρωπαϊστές, το πλείστον δε εκ των διανοουμένων εκεί είχαν κάνει τις σπουδές τους, πλην ελαχίστων που είχαν “σπουδάσει” στο Βελιγράδι ή στο ανατολικό Βερολίνο.

ΙΙ. Αντιθέτως, σήμερα η επίκληση της έννοιας του κρίσιμου εθνικού θέματος είναι το περιτύλιγμα της εμμονής της Κυβέρνησης, διότι τελικά περί αυτού πρόκειται, να μη θέλει να δεσμευθεί με συμφωνία έναντι των εταίρων μας για τη δανειακή εξυπηρέτηση της Χώρας, διότι το περιεχόμενό της δεν θα συνέπλεε με τις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Με άλλες λέξεις, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ’ουσίαν, ότι υπάρχει «κρίσιμο εθνικό θέμα», επειδή οι εταίροι μας δεν αποδέχθηκαν τις προεκλογικές εξαγγελίες της που όμως εξ αρχής ήσαν τελείως ανεφάρμοστες, άρα δεν φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά οι θεσμοί! Εδώ αναδεικνύεται ο παραλογισμός και ο κατά συρροή βιασμός της νοημοσύνης μας. Αν η όποια Κυβέρνηση αδυνατεί πλήρως να εκπληρώσει τις προεκλογικές δεσμεύσεις της, απλώς παραιτείται, εφόσον βέβαια υπάρχει πολιτική ευαισθησία  και δεν επικάθεται στην αναλήθεια.

ΙΙΙ. Τυπικά, πάντως, τηρήθηκε η συνταγματική διαδικασία και, κατόπιν της πρότασης του Υπουργ. Συμβουλίου, η Βουλή κατά πλειοψηφία αποφάσισε την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, όπου όμως το τεθέν ερώτημα προς τον Λαό διατυπώθηκε κατά τρόπον τελείως ακατάληπτο, ακόμη και για τους εξοικειωμένους με τα νομικά κείμενα, δηλαδή κατά παράβαση του άρθρ. 3 του ν. 4032/2011, περί διενεργείας δημοψηφισμάτων, και του άρθρ. 115 παρ. 2 του Καν. Βουλής, τα οποία ρητώς επιβάλλουν το ερώτημα να διατυπώνεται με σαφήνεια που εδώ λείπει τελείως. Άρα η πρόταση του Υπουργ. Συμβουλίου, ως διοικητική πράξη, και η απόφαση της Βουλής παραβιάζουν τις διατάξεις αυτές.

IV. Εντυπωσιάζει επίσης το γεγονός ότι στην απόφαση της Βουλής έχει προστεθεί και η φράση ότι ο ΠτΔ οφείλει να εκδώσει το πρ. διάταγμα αυθημερόν! Απρεπής εξωθεσμική συμπεριφορά που υπαγορεύει στον ΠτΔ ακόμη και τον χρόνο εντός του οποίου οφείλει να ενεργήσει.

V. Παγίως γίνεται δεκτό ότι ο ΠτΔ είναι υποχρεωμένος να υπογράψει το διάταγμα περί διενέργειας δημοψηφίσματος, δεν εμπίπτει δε στις αρμοδιότητές του να ελέγξει αν υφίσταται ή όχι κρίσιμο εθνικό θέμα, εφόσον περί αυτού απεφάνθη θετικά η πλειοψηφία της Βουλής (βλ. Ευάγγ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συντ. Δικαίου, 2008, σελ. 360).

VI. Την ίδια ημέρα (28.6.2015) δημοσιεύθηκε και η Πράξη νομοθ. περιεχομένου που ρύθμισε την διαδικασία  διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. Όμως, Το άρθρ. 44 §1 Σ επιτρέπει την έκδοση τέτοιων Πράξεων μόνον όταν συντρέχει «εξαιρετικώς επείγουσα  και απρόβλεπτη ανάγκη», δηλαδή απρόβλεπτη ανάγκη αντιμετώπισης του ζητήματος που αίφνης ανέκυψε και για το οποίο δεν υπήρχε ήδη σχετική νομοθετική αντιμετώπιση. Εν προκειμένω, όμως, υπάρχει από το 2011, ο ειδικός νόμος που λεπτομερώς ρυθμίζει την διαδικασία διενέργειας δημοψηφίσματος. Δεν υπήρξε λοιπόν κάτι το απρόβλεπτο που έσπευσε η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει με ειδική Πράξη, αλλά όφειλε να εφαρμόσει την ισχύουσα νομοθεσία.

VII. Η κυβέρνηση θέλησε εδώ ο Λαός, για τον οποίο φέρεται ότι κόπτεται, να προσέλθει στις κάλπες κατά το δυνατόν τελείως απληροφόρητος, γι ‘αυτό και με την Πράξη έγινε σύντμηση όλων των προθεσμιών του νόμου σε μία (1) ημέρα, ώστε το όλο εγχείρημα να έλθει στα μέτρα της! Έτσι, ο δημόσιος διάλογος κατέστη όντως αδύνατος και η Πράξη αυτή είναι παράνομη, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις  του άρθρ. 44§ 1 Σ. Αλλά και εδώ, σχετική ανάληψη πρωτοβουλίας από τον ΠτΔ δεν ήταν δυνατή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, τοσούτο μάλλον που με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει γίνει δεκτό, με παραγνώριση όμως βασικών αρχών του Κράτους δικαίου, ότι ούτε τα δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν αν όντως συνέτρεχε  ο λόγος της εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης.

VIII. Τέλος, επειδή τέθηκε και το ενδεχόμενο της μη διεξαγωγής τελικά του δημοψηφίσματος και το πώς θα μεθοδευτεί αυτό, έχω την γνώμη ότι το Σ. καθιερώνει μια διαδικασία με τρεις υποχρεωτικά συνεχόμενες Πράξεις, δηλ. πρόταση του Υπ. Συμβουλίου, απόφαση της Βουλής και έκδοση διατάγματος περί δημοψηφίσματος, όπου η καθεμία προϋποθέτει την προηγούμενη. Κατά την γνώμη μου, για την ματαίωση του δημοψηφίσματος δεν επιβάλλεται να ακολουθηθεί όλη η αντίστροφη διαδικασία, αλλά αρκεί η ανάκληση της πρώτης πράξης , δηλ. η πρόταση του Υπ. Συμβουλίου , στην οποία στηρίζονται όλες οι μεταγενέστερες. Αν το Υπ. Συμβούλιο θελήσει, ανακαλεί την πρότασή του, έστω κατά πλειοψηφία, και ματαιώνεται, άνευ άλλης ενέργειας, η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.

IX. Όλα τα παραπάνω είναι σοβαρές ενδείξεις ότι οι εξουσιαστές διολισθαίνουν προς τον αυταρχισμό, όπου παχύσαρκοι και σουρεαλιστές ψελλίζουν απεγνωσμένα τα ίδια τσιτάτα και καθυβρίζουν τους αντιφρονούντες, ματαίως δε ο Jean Giraudoux προσπαθεί να συνετίσει, στο έργο του, την εκκεντρική «Τρελλή του Chaillot». Έγραψα «αντιφρονούντες» και το μυαλό μου πήγε στον Soljenitsyne!

*Ο Πέτρος Ι. Παραράς είναι επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβ. Επικρατείας και καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου.