ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Μια νέα αρχή με ρεαλισμό για την Ελλάδα

apopsi-mia-nea-archi-me-realismo-gia-tin-ellada-2091654

Ελπίζουμε ότι οι Ελληνες πολίτες θα ψηφίσουν ΝΑΙ την Κυριακή, παρά τη διπρόσωπη εκστρατεία της κυβέρνησης και το διχαστικό ερώτημα του δημοψηφίσματος. Το ΝΑΙ δεν αποτελεί έγκριση της παράτασης ενός προγράμματος που πλέον δεν υφίσταται, ούτε υποχώρηση απέναντι σε δήθεν «εκβιασμούς» της διεθνούς κοινότητας. Το ΝΑΙ θα επιβεβαιώσει την ισχυρή δέσμευση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Στη συνέχεια μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει μία σοβαρή συζήτηση βασισμένη στην παραδοχή από όλα τα μέρη ότι η εστίαση της διαπραγμάτευσης έως τώρα και του προγράμματος σχεδόν αποκλειστικά σε δημοσιονομικά ζητήματα είναι λανθασμένη.

Δεν έχει νόημα να συζητάμε για δημοσιονομικό κενό, αυξήσεις στον ΦΠΑ και στη φορολογία των επιχειρήσεων, έκτακτες εισφορές σε κερδοφόρες εταιρείες, εισφορές αλληλεγγύης στη μεσαία τάξη, και έναν ακόμα γύρο περικοπών στις συντάξεις, ενώ η ελληνική οικονομία καταρρέει. Η συζήτηση για λιτότητα είναι παράλογη, καθώς η ελληνική κοινωνία μοιάζει διχασμένη και καταρρέουσα, ενώ η Ελληνική Πολιτεία δείχνει σαφή σημάδια αποσύνθεσης.

Το Eurogroup πρέπει να αναγνωρίσει την πραγματικότητα, που επιδεινώνεται ραγδαία μετά τις αστοχίες και την αλλοπρόσαλλη πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, και να αρθεί στο ύψος της ιστορικής του ευθύνης. Η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει να ανταποκριθεί θετικά και με γενναίο τρόπο στο ΝΑΙ των Ελλήνων. Το νέο πρόγραμμα πρέπει να ανασχεδιαστεί εκ βάθρων και να βασιστεί σε νέες αρχές. Η εστίασή του πρέπει να είναι στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό σημαίνει όχι μόνο δέσμευση αλλά και ταχεία εφαρμογή ζωτικών μεταρρυθμίσεων στη δυσλειτουργική και κομματοκρατούμενη δημόσια διοίκηση, το μη λειτουργικό νομικό και δικαστικό σύστημα, τις καρτελοποιημένες αγορές προϊόντων και τις αγορές υπηρεσιών που επιβαρύνονται με ένα ασφυκτικό κανονιστικό πλαίσιο, ατέρμονες γραφειοκρατικές διαδικασίες και παράλογους φόρους. Η Ελλάδα έχει εμφανή σημάδια ενός αποτυχημένου κράτους, που αποτελεί πλέον τη βασική τροχοπέδη της επιχειρηματικότητας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Συνεπώς επείγει η άμεση βοήθεια από την Ε.Ε. για την ενίσχυση της εκτελεστικής ικανότητας του κράτους. Το νέο πρόγραμμα πρέπει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο μπορούν να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις, η επιχειρηματικότητα θα πρέπει να απελευθερωθεί και να απενεχοποιηθεί, ώστε να μπορούν να γίνουν κερδοφόρες επενδύσεις. Το κράτος πρέπει να δίνει θετική ώθηση στην επιχειρηματική δραστηριότητα, αντί να δρα ως εμπόδιο σε αυτήν.

Αλλά πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: Μία τέτοια διαδικασία προϋποθέτει ριζική αλλαγή νοοτροπίας τόσο από την Ε.Ε. όσο και από την ελληνική κυβέρνηση. Αφετηρία πρέπει να είναι μία σαφής κρυστάλλινη πολιτική απόφαση των κρατών-μελών της Ε.Ε., ότι η Ευρώπη χρειάζεται την Ελλάδα. Κι αυτό όχι μόνο επειδή οι συνέπειες που θα επέφερε το Grexit στη χρηματοοικονομική σταθερότητα θα είναι πιθανόν σημαντικές, αλλά κυρίως επειδή το ευρωπαϊκό εγχείρημα πρέπει να συνεχίσει να οικοδομείται γύρω από την ιδέα της οικονομικής προόδου για όλους. Η θεμελιώδης αρχή δεν είναι -και δεν πρέπει να είναι- η οικοδόμηση «μίας ένωσης των πιο ισχυρών».

Γι’ αυτόν το λόγο πρέπει η Ε.Ε. να αναλάβει την πλήρη ευθύνη των μελλοντικών διαπραγματεύσεων και να λήξει η συνεργασία με το ΔΝΤ. Η εμπλοκή του ΔΝΤ ήταν δικαιολογημένη όσο το Grexit ήταν μία απειλή για τη διεθνή χρηματοοικονομική σταθερότητα – μία βάσιμη ανησυχία το 2010 και το 2012, αλλά όχι πια. Οπως έχει πει το ΔΝΤ, η ευθύνη για το ελληνικό χρέος θα πέσει στους ώμους της Ευρώπης.

Το νέο πρόγραμμα πρέπει να σχεδιαστεί από τους Ελληνες και την Ε.Ε. Το ΔΝΤ και άλλοι διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΟΣΑ, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η Παγκόσμια Τράπεζα, πρέπει να παρέχουν τεχνική βοήθεια και ίσως κάποια χρηματοδότηση. Ελληνες ακαδημαϊκοι, επιχειρηματίες, τόσο εγχώριοι όσο και από τη διασπορά, δημόσιοι λειτουργοί και πολιτικά κόμματα, θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα βιώσιμο πρόγραμμα προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να επιτευχθεί το κρίσιμο ζητούμενο της οικειοποίησης (ownership) του προγράμματος και της νομιμοποίησής του (legitimacy).

Η Ευρώπη πρέπει επίσης να χορηγήσει τεχνική βοήθεια σε συνδυασμό με άμεση χρηματοοικονομική βοήθεια σε ζωτικά πεδία (ειδικά στη διείσδυση της πληροφορικής στη δημόσια διοίκηση και στα δικαστήρια).

Επιπλέον, χρειάζεται ευμεγέθες πακέτο χρηματοδότησης για επενδύσεις σε έργα υποδομής. Επιπλέον, πρέπει να υπάρξουν ειδικές προβλέψεις για να ενισχυθούν οι τράπεζες, που έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, λόγω της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, των αποσύρσεων των καταθέσεων και της επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων.

Οι νέες διαπραγματεύσεις πρέπει να ξεκινήσουν με την αναγνώριση ότι πρέπει να είναι στο τραπέζι η προοπτική ελάφρυνσης του χρέους – παρότι κάτι τέτοιο δεν επείγει. Με δεδομένη την τεράστια έλλειψη εμπιστοσύνης, τις παλινωδίες της ελληνικής κυβέρνησης, την πολεμική ρητορική και τα λάθη του παρελθόντος, η άμεση και άνευ όρων ελάφρυνση του χρέους δεν είναι ούτε πιθανή, ούτε ρεαλιστική. Η ελληνική κυβέρνηση -όποια κι αν είναι η σύνθεσή της μετά το δημοψήφισμα- πρέπει να ανακτήσει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, προωθώντας ταχέως συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων, στo μέτωπο της φοροδιαφυγής, στις ιδιωτικοποιήσεις και στη δημόσια διοίκηση. Πριν από τις συζητήσεις, είναι αναγκαία η ανθρωπιστική βοήθεια. Το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας καταρρέει, και οι πολιτικές του κράτους πρόνοιας είναι ανεπαρκείς για τη διαχείριση της κρίσης. Η Ε.Ε. πρέπει να παίξει σημαντικό ρόλο στον τομέα αυτό, καθώς και είναι απαραίτητη η βοήθεια και θα ενισχύσει την τρωθείσα εικόνα της.

Συνoψίζοντας, το Eurogroup και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν πρέπει να εκλάβουν το ΝΑΙ ως υποστηρικτικό των προτάσεων για την ολοκλήρωση του δεύτερου προγράμματος, το οποίο έχει ήδη εκπνεύσει. Η Ελλάδα και οι πιστωτές της χρειάζονται μία νέα αρχή που θα συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ελπίδα. Το πρόγραμμα που υποτίθεται ότι τίθεται προς έγκριση στο δημοψήφισμα δεν έχει κανένα από τα δύο αυτά χαρακτηριστικά. Η Ευρώπη μπορεί να πετύχει κάτι πολύ καλύτερο. Τώρα.

* Ο κ. Ηλίας Παπαϊωάννου είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο London Business School και ερευνητικός εταίρος στο CEPR και το NBER.
**Ο κ. Ρίτσαρντ Πόρτες είναι καθηγητής Οικονομικών στο London Business School & πρόεδρος του Centre of Economic Policy Research (CEPR).
***Η κ. Λουκρέτζια Ρέικλιν είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο London Business School και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ.