ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς αντέδρασε στο παρασκήνιο η κ. Λαγκάρντ

pos-antedrase-sto-paraskinio-i-k-lagkarnt-2092932

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ Η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ μιλούσε στο ινστιτούτο Brookings για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, μία πρωτοβουλία την οποία προβάλει πολύ το Ταμείο εν όψει ενός διεθνούς συνεδρίου για το θέμα την επόμενη εβδομάδα στην Αιθιοπία. Η κ. Λαγκάρντ θα προτιμούσε να αναφερθεί μόνο στις σημαντικές αποφάσεις που έλαβε για να βοηθήσει τις φτωχές χώρες, ωστόσο «ο ελέφαντας στο δωμάτιο» ήταν και πάλι η Ελλάδα. Ο οικοδεσπότης και πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του Ταμείου, Κεμάλ Ντερβίς, την υποδέχθηκε με μία ευγενική πρόκληση:

«Η κ. Λαγκάρντ είναι σκληρή» είπε, «αλλά είναι πάντα έτοιμη να συζητήσει τα δύσκολα θέματα». Ισως να ήταν αυτό το σχόλιο ο λόγος που, αφού πήρε μία βαθιά ανάσα, η διευθύντρια του Ταμείου ξεκίνησε την ομιλία της από την Ελλάδα.

Οπως τόνισε, το Ταμείο δεν μπορεί να δίνει ειδική μεταχείριση σε κάποιες χώρες, αλλά πρέπει να ακολουθεί τους κανόνες του. Υπεραμυνόμενη της ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους του Ταμείου και της απόφασης να δημοσιευθεί, η κ. Λαγκάρντ όχι μόνο δήλωσε ότι θα χρειασθεί αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, αλλά και ότι τα νούμερα θα πρέπει να προσαρμοσθούν. Στη συζήτηση των θεσμών την Παρασκευή, η κ. Λαγκάρντ έθεσε δύο προϋποθέσεις για τη συμφωνία του Ταμείου στην τελευταία ελληνική πρόταση. Τις είχε αναπτύξει λίγες ώρες πριν ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ολιβιέ Μπλανσάρ στην ιστοσελίδα του οργανισμού, τονίζοντας ότι το ΔΝΤ θέλει να δει περισσότερη χρηματοδότηση και σαφείς και μεγαλύτερες προβλέψεις για την αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό δυσκολεύει τους Ευρωπαίους, που θεωρούσαν ήδη πολύ απαισιόδοξη την ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους του Ταμείου. Ωστόσο, η επιβεβαίωση ότι η κ. Λαγκάρντ θα συμμετείχε στο Eurogroup του Σαββάτου ήταν ένα θετικό βήμα.

ΤΟ ΔΝΤ επιμένει ότι χρειάζεται μία ισόρροπη προσέγγιση, που να περιλαμβάνει δημοσιονομική προσαρμογή, επαρκή χρηματοδότηση και αναδιάρθρωση του χρέους. Ωστόσο, ο κ. Μπλανσάρ επισήμανε ότι η τελική απόφαση είναι πολιτική – και ανήκει στην Ευρωζώνη: Οπως εξήγησε, «χαμηλότερες μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομικοί στόχοι σημαίνουν υψηλότερο κόστος για τους πιστωτές». Το ερώτημα, πρόσθεσε, είναι αν οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης θα το αποδεχτούν αυτό.

Το Ταμείο δεν μπορεί να δώσει χρηματοδότηση μέχρι να εξοφληθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της χώρας, ή να εγκρίνει το εκτελεστικό του συμβούλιο το αίτημα για παράταση της πληρωμής τους. Και στις δύο περιπτώσεις, θα πρέπει να πιστοποιήσει πρώτα ότι το χρέος είναι βιώσιμο και ότι υπάρχει επαρκής χρηματοδότηση. Αν οι Γερμανοί συνεχίσουν να αντιδρούν στο «κούρεμα», τότε το ΔΝΤ πιθανώς να ζητήσει περαιτέρω μέτρα για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό που άνοιξε από την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος μέχρι σήμερα. Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ήταν αβέβαιο αν η πρόβλεψη της κυβέρνησης ότι θα εξετάσει «κάποια αντισταθμιστικά μέτρα σε περίπτωση δημοσιονομικής υστέρησης» θα κριθεί επαρκής από τους πιστωτές, ή αν θα ζητήσουν περισσότερα μέτρα και τροποποιήσεις, όπως εκτιμούσαν την Παρασκευή Γερμανοί αναλυτές.

Αυτό είναι πιο εύκολο ύστερα από τα τεστ κοπώσεως που πραγματοποίησε το ΔΝΤ, τα οποία έδειξαν ότι οι επιπτώσεις μιας ελληνικής εξόδου στη διεθνή οικονομία είναι ελεγχόμενες. Ο κ. Μπλανσάρ, πάντως, τόνισε επίσης το «εξαιρετικό κόστος» που θα έχει μία έξοδος από το ευρώ για την Ελλάδα και τους πιστωτές της, σημειώνοντας ότι «η εισαγωγή ενός νέου νομίσματος και η μετατροπή των συμβολαίων σε αυτό θέτει εξαιρετικά πολύπλοκα νομικά και θετικά θέματα». Παράλληλα, πιθανώς να συνοδευθεί από μεγάλη πτώση της παραγωγής, ενώ θα χρειασθεί πολύς καιρός για να δει η ελληνική οικονομία τα οφέλη της υποτίμησης.

Καταλυτική για την αποτροπή του αδιεξόδου, εκτιμούν αναλυτές, ήταν η επαναδραστηριοποίηση του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος επικοινώνησε με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ και τον Ελληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα.

Σύμφωνα με πηγή της «Κ» στην Ουάσιγκτον, το μήνυμα που έστειλαν οι ΗΠΑ στον κ. Τσίπρα είναι σαφές: «θεωρούν ότι όλοι θα πρέπει να εργασθούν για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ», κάτι που είναι προς το συμφέρον όλων, και τονίζουν ότι «χρειάζονται αμοιβαίες υποχωρήσεις. Συγκεκριμένα, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει περισσότερες μεταρρυθμίσεις από όσες ήταν διατεθειμένη, που δεν είναι υφεσιακές αλλά ενισχύουν την ανάπτυξη». Παράλληλα, την περασμένη εβδομάδα ο υπουργός Οικονομικών Τζακ Λιου συντάχθηκε για πρώτη φορά ανοιχτά με τη θέση του ΔΝΤ για την ανάγκη αναδιάρθρωσης του χρέους.