ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από το «σαλόνι» της Σορβόννης

apo-to-saloni-tis-sorvonnis-2094042

Τα αγαπημένα της βιβλία λέει πως είναι «Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον» και ο «Μικρός Πρίγκιπας». Θα πίστευε κανείς πως πρόκειται για μια εύθραυστη φύση ή πως είναι ένα κορίτσι ρομαντικό. Αλλωστε, ο καθηγητής της στο λύκειο Μ. Κ. Χατζηγιακουμής παλαιότερα τη χαρακτήρισε «διερευνητικό, φιλέρευνο, ανεξάρτητο πνεύμα», ενώ η παιδική της φίλη, η δασκάλα Μελίζα Μέγα, είπε πως πάντα ήταν «επαναστάτρια με αιτία». Αλλά πάλι, όλοι ξέρουν τι συμβαίνει αν τολμήσει κάποιος να πει κακό για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Κι αυτό δεν είναι κάτι που ο μέσος άνθρωπος εύκολα αποτολμά.

Οταν μιλάμε, πάντως, για το κορίτσι από την Αγία Παρασκευή, που στα 17 του είδε τον πατέρα Νίκο Κωνσταντόπουλο να γίνεται πρόεδρος του Συνασπισμού, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως η δική της ζωή ξεκίνησε πράγματι σαν παραμύθι: erasmus στο Παρίσι, μεταπτυχιακό στη Σορβόννη, δεύτερο μεταπτυχιακό από το Columbia στη Νέα Υόρκη, όπου τη φιλοξενούσε «ένας οικογενειακός φίλος στο κέντρο του Μανχάταν στην 42η οδό» και, κάπου στο ενδιάμεσο, πρακτική στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, για τα εγκλήματα πολέμου της Γιουγκοσλαβίας. Εκεί, οι δικαστές πήραν μια γεύση από τη δικηγορική τεχνοτροπία της 25χρονης δικηγόρου. Η κ. Κωνσταντοπούλου εκ των υστέρων είπε πως οι δικές της εντυπώσεις από το δικαστήριο ήταν «οι χείριστες» κι όσο για τους δικαστές… «σίγουρα οι προτάσεις μου ήταν πολύ δυσάρεστες και σπανίως, βέβαια, υιοθετήθηκαν οι απόψεις μου».

Στην αυτονόητη σύγκριση καριέρας με τον πατέρα της, πάντως, που η φυσιογνωμία του στα έδρανα αποτελεί meme της μεταπολίτευσης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν ενθουσιάζεται. «Εχουμε διαφορετικό στυλ ερωτήσεων», λέει. Εκείνη στις συνεντεύξεις της επιμένει να παραθέτει πάντα τις ίδιες τρεις ιστορίες από το εδώλιο: την υπεράσπιση της οικογένειας του Κ. Τσαλικίδη που ο θάνατός του συνδέθηκε με το σκάνδαλο των υποκλοπών του 2006, την υποστήριξη του «συνήθους υπόπτου» Γιάννη Σερίφη και την παρουσία της στο πλευρό της οικογένειας του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Οι αντίπαλοί της, βέβαια, λένε πως πολύ καλύτερα γνώρισε τον «βιαστή με τις τυρόπιτες» και διάφορους άλλους κατηγορουμένους, όχι και τόσο κατάλληλους για να συμπεριληφθούν σε ένα βιογραφικό εθνοσωτήρα.

Αλλά όπως κι αν έχουν τα πράγματα, το γεγονός είναι πως από το 2012 και μετά, που εξελέγη βουλευτής στη Β΄ Αθήνας, αντικατέστησε τη σοβαρή καρτ βιζίτ της δικηγόρου που είχε γραφείο στην Αθήνα και στη Νέα Υόρκη με την πολύχρωμη κάρτα του κόμματος. Στο γραφείο της στα Εξάρχεια, οι κάτοχοι της πρώτης κάρτας συνέχιζαν να πηγαινοέρχονται, εκείνη όμως είχε το μυαλό της στην προανακριτική για τη λίστα Λαγκάρντ. Εκείνη την εποχή, που είναι τόσο κοντά κι όμως μοιάζει τόσο μακριά, τότε που ο Χ. Μαρκογιαννάκης και ο Τ. Νεράντζης αγάπησαν να μισούν τη νεαρή βουλευτή, στο περιστύλιο η γκάμα των χαρακτηρισμών ξεκινούσε από το «πορφυρογέννητη» και κατέληγε στο «Κλάραμπελ». Ηταν λίγο μετά που στις εφημερίδες έβγαιναν βουλευτές και δήλωναν πως «δεν θα αποφευχθεί το ξύλο. Κάποιος θα κλείσει τα φώτα και τότε…».

Ως αυτόκλητοι συνήγοροι, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ τότε ξεσηκώνονταν κάθε που «στόλιζε» κάποιος τη Ζωή. Αλλά από τότε ώς τώρα, στο πλάι της έμειναν μόνο μορφές του κοινοβουλευτισμού σαν τη Ραχήλ Μακρή και βέβαια, η οικογένειά της. Αν ο άνδρας της, ο Απ. Μαντής, μάχεται στο facebookικό πλευρό της κατακεραυνώνοντας τα «φτηνά αγοράκια και κοριτσάκια» των ΜΜΕ, η πεθερά της, κ. Γεωργία Μαντή, δηλώνει: «Είναι η γυναίκα που κάθε μητέρα θα ήθελε για νύφη!». Αλλά πάλι, μερικούς μήνες πριν, και ο Αλ. Τσίπρας περίπου το ίδιο θα έλεγε: τότε ήταν η βουλευτής που κάθε πρωθυπουργός θα ήθελε για πρόεδρο της Βουλής. Την έκανε και κάπου εκεί, ξεκίνησε η απόλυτη εφαρμογή τού «πρόσεχε τι εύχεσαι»…