ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ταμειακή στενότητα, το «φάντασμα» επιστρέφει

Ταμειακή στενότητα, το «φάντασμα» επιστρέφει

Οταν στις 14 Αυγούστου το ελληνικό κοινοβούλιο ενέκρινε τη συμφωνία της κυβέρνησης με τους δανειστές για το τρίτο μνημόνιο, στο υπουργείο Οικονομικών έπαιρναν βαθιά ανάσα. Ηξεραν ότι θα δινόταν προσωρινή λύση στο πρόβλημα με τα ανύπαρκτα ταμειακά διαθέσιμα εκείνων των ημερών. Το ίδιο συνέβη και με τους χιλιάδες μισθωτούς και συνταξιούχους του Δημοσίου, οι αποδοχές των οποίων θα καταβάλλονταν κανονικά. Δύο μήνες μετά, όμως, το «φάντασμα» φαίνεται να επιστρέφει. Οι εκλογές και η μη έγκαιρη ολοκλήρωση των προαπαιτούμενων μέτρων που είχαν συμφωνηθεί, έχει επαναφέρει την ανησυχία στην οδό Νίκης ότι μπορεί να ξαναζήσει η κυβέρνηση τις ημέρες ταμειακής στενότητας του καλοκαιριού. Ισως όχι στον ίδιο βαθμό, αλλά σίγουρα σε τέτοιο επίπεδο που θα πρέπει και πάλι να ανασυρθούν διάφορες λύσεις για να μην αθετήσει το κράτος κάποια από τις υποχρεώσεις του εντός και εκτός της χώρας.

Σύμφωνα με πληροφορίες, αν δεν εκταμιευθούν μέσα στις επόμενες ημέρες τα 2 δισ. ευρώ της υποδόσης, τότε τον Δεκέμβριο θα υπάρξει και πάλι πρόβλημα με την αποπληρωμή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Τα μηνύματα έχουν ήδη σταλεί. Η καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων έχει καθυστερήσει περίπου ένα μήνα, ενώ με μικρότερη καθυστέρηση πιστώθηκαν και τα κονδύλια για την κάρτα σίτισης.

Το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί για την κάρτα σίτισης ήταν 16 εκατ. ευρώ και η πίστωση δόθηκε την Πέμπτη με καθυστέρηση 5 ημερών. Για τα οικογενειακά επιδόματα το κονδύλι ανέρχεται στα 230 εκατ. ευρώ και οι περίπου 600.000 δικαιούχοι έπρεπε να περιμένουν έναν και πλέον μήνα για να λάβουν την ενίσχυση. Τη Δευτέρα, το υπουργείο Οικονομικών θα διαθέσει τη σχετική πίστωση και μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα δουν το επίδομα και στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς οι οικογένειες που το δικαιούνται.

Το θέμα, ωστόσο, είναι ότι η καθυστερημένη αυτή ανταπόκριση στις παραπάνω υποχρεώσεις του κράτους έχει να κάνει κυρίως με το πώς επιλέγει η κυβέρνηση να διαχειριστεί τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους. Εν αναμονή των 2 δισ. ευρώ, προτίμησε να «κρατήσει» κάποιες δαπάνες, ώστε αν προκύψει έκτακτο γεγονός να μπορεί να ανταποκριθεί το Δημόσιο.

Το πρόβλημα, όμως, ξεκινάει από τον Σεπτέμβριο. Οπως αναφέρουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, στη συμφωνία με τους δανειστές προβλεπόταν η εκταμίευση περίπου 800 εκατ. ευρώ προς την Ελλάδα για να εξοφληθεί μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Η διεξαγωγή των πρόωρων εκλογών «πάγωσε» αυτή την καταβολή και κατ’ επέκταση το Δημόσιο αύξησε τα χρέη του αντί να τα μειώσει, διογκώνοντας το πρόβλημα.

Οι δανειστές

Από την άλλη πλευρά, οι δανειστές υποστηρίζουν ότι οι δόσεις είναι συνδεδεμένες με την υλοποίηση των προαπαιτούμενων μέτρων. Ακόμα και τώρα, η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, οπότε δεν υπάρχουν και οι προϋποθέσεις για τη διάθεση κάποιας δόσης. Είναι σαφές ότι όσο περνάει ο καιρός το πρόβλημα διογκώνεται. «Λύσεις υπάρχουν» αναφέρουν στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, παραπέμποντας κυρίως στον νέο Ενιαίο Λογαριασμό που δημιουργήθηκε με το πρώτο πολυνομοσχέδιο της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου. Πρόκειται για τον λογαριασμό στον οποίο είναι υποχρεωμένοι όλοι οι φορείς του Δημοσίου να καταθέσουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα –και μόνο– ώστε να γνωρίζει η κεντρική διοίκηση τι κεφάλαια έχει στη διάθεσή της.

Για να ενεργοποιηθεί πλήρως ο λογαριασμός αυτός, θα πρέπει ο υπουργός Οικονομικών, Ευ. Τσακαλώτος, να εκδώσει υπουργικές αποφάσεις που θα ορίζουν ποιοι φορείς και με ποιους όρους θα καταθέσουν τα διαθέσιμά τους σε αυτόν. Σύμφωνα με πληροφορίες, από τη στιγμή που θα εκδοθούν οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις, η ρευστότητα του Δημοσίου θα μπορεί να τονωθεί το λιγότερο κατά 2 δισ. ευρώ, ενώ άγνωστο είναι το ανώτερο όριο. Ετσι, στην υπόθεση εργασίας που θέλει την Ελλάδα να μη λαμβάνει κάποια από τις υποδόσεις τον επόμενο μήνα, θα μπορούσε να διασφαλιστεί η ομαλή αποπληρωμή των υποχρεώσεων του Δημοσίου μέσω της πλήρους ενεργοποίησης του νέου Ενιαίου Λογαριασμού. Και με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να καταβληθούν οι τρεις δόσεις προς το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο (στις 7, 16 και 21 του μήνα) συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ. Είναι, όμως, ξεκάθαρο ότι όσο η κυβέρνηση δεν προχωράει στην υλοποίηση των συμφωνημένων μέτρων, ο χρόνος μετράει αντίστροφα και η πίεση στα κρατικά ταμεία θα αυξάνεται, με τα περιθώρια της όποιας ευελιξίας μπορεί να υπάρχει στη διαπραγμάτευση να μειώνονται.