ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Βαγγέλης Μεϊμαράκης: Οποιος κι αν βγει, θα τον στηρίξουμε

meimarakis-second35

Για κάποιον που δεν έχει πάει ποτέ σε προεκλογική οµιλία, όπως εγώ, το να βλέπει εκατοντάδες άτοµα να συγκεντρώνονται στο «Κάραβελ» µια ηλιόλουστη Κυριακή πρωί, για να κλειστούν σε µια πολυτελή αλλά υπόγεια αίθουσα και να ακούσουν έναν υποψήφιο πρόεδρο σε εσωκοµµατικές -ούτε καν βουλευτικές- εκλογές, έµοιαζε περίεργο. Οπως είχα ήδη αντιληφθεί από τις επισκέψεις µου σε άλλα παρόµοια events, οι υποστηρικτές του Βαγγέλη Μειµαράκη έπαιρναν πολύ σοβαρά τη διαδικασία. «Το κόµµα πρέπει να ανακάµψει, µας πήρε φαλάγγι ο Τσίπρας. Χρειαζόµαστε έναν πρόεδρο µε κότσια να µας πάει µπροστά, γι’ αυτό υποστηρίζουµε τον Βαγγέλη», µου εξήγησε ο κ. ∆ηµήτρης, που ήρθε από τη Νέα Ιωνία µε τη γυναίκα του.

Ο Βαγγέλης. Για όλους εδώ, ο κ. Μεϊµαράκης είναι ο Βαγγέλης. ∆εν µου κάνει εντύπωση. ∆εν είναι µόνο το λαϊκό προφίλ του, είναι που µε κάποιον περίεργο τρόπο ο νυν πρόεδρος της Ν∆ ξέρει τους περισσότερους που εµφανίζονται στις εκδηλώσεις (και είναι πάρα πολλοί, όπως διαπίστωσα) µε τα µικρά τους ονόµατα. Ισως γι’ αυτό λίγες ηµέρες νωρίτερα, όταν έκανα την εµφάνισή µου στη βραδινή κοινωνική συνάντηση που είχε στο Blue Bay της Καστέλλας µε ψηφοφόρους και παλιούς συντρόφους στην ΟΝΝΕ∆, µε εντόπισε αµέσως. Σαν τη µύγα στο γάλα. Αντίθετα µε τους υπόλοιπους υποψηφίους, δεν φαινόταν διατεθειµένος να συµµετάσχει ενεργά στο ρεπορτάζ. Η γραµµή της καµπάνιας του ήταν πως δεν θέλει να «παίξει» το παιχνίδι των µίντια µε τέτοιου τύπου θέµατα, δεν θέλει να κάνει δηλώσεις, όπως µου είπε τελικά, «δεν θέλει να ανταγωνιστεί τους συναδέλφους υποψηφίους και να θέσει σε κίνδυνο την ενότητα του κόµµατος». Ισως, περισσότερο από όλα, ήξερε ότι δεν χρειάζεται. Προπορευόταν σταθερά στα γκάλοπ από την πρώτη στιγµή.

Οπότε σε όλα αυτά εγώ εµφανιζόµουν λίγο «καµικάζι». Στο Blue Bay, όταν κατάφερα να τον πλησιάσω και αφού είχε αγκαλιαστεί, φιλήσει, βγάλει σέλφι µε το 90% των παρισταµένων στον εξωτερικό χώρο του µπαρ της Πλαζ Βοτσαλάκια, συστήθηκα χωρίς πολλές ελπίδες ότι θα καταφέρω να του πάρω κουβέντα. ∆εν κάνω πολιτικό ρεπορτάζ, τον ενηµέρωσα, είµαι εκεί για να πάρω µια γεύση της καθηµερινότητάς του ως υποψηφίου, αλλά και ένα κλίµα των ανθρώπων που τον στηρίζουν.

«Ελα, βρε κορίτσι µου», µου είπε, «γι’ αυτό δεν σε ξέρω; Να σε βοηθήσουµε βεβαίως. Τι θες να µάθεις;» Ετσι µου σύστησε τους συνεργάτες του, βουλευτές που τον επισκέφθηκαν, αστειευόµενος ότι µέσα στο γεµάτο πρόγραµµά του πρέπει να προσέχει τι κάνουν και αυτοί, µου είπε για τις δεκάδες πόλεις σε όλη την Ελλάδα που επισκέφθηκε µέσα σε λίγες ηµέρες («µόλις γύρισα από Χίο, αύριο φεύγω για Θεσσαλία, µέχρι το Σάββατο θα την έχω γυρίσει όλη»), αλλά και για την αγωνία των περισσότερων ψηφοφόρων. O ΣΥΡΙΖΑ; «Οχι, αυτό που φοβούνται είναι να µην πληγεί η ενότητα του κόµµατος. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι όσο πιο γρήγορα τελειώσουµε µε τις εκλογές, τόσο καλύτερα. Οποιος και να βγει, θα τον στηρίξουµε», µου είπε την ώρα που φωτογραφιζόταν µε κόσµο και έκανε χειραψίες. «Κοιµάστε καθόλου;» Γέλασε. «Οποτε καταφέρω», απάντησε την ώρα που το µπουλούκι που συνεχώς τον ακολουθεί σαν δεµένο µε κοντά σχοινιά πάνω του τον µετέφερε σε άλλο πηγαδάκι.

Πήρα το δωρεάν ποτό µου, που δικαιούταν ο κάθε καλεσµένος, και χάζεψα τον κόσµο. Το µπαρ ήταν γεµάτο µε ανθρώπους που γνωρίζονταν, κοστουµαρισµένους κυρίους, κυρίες µε τα καλά τους, πηγαδάκια που µιλούσαν για τις σπουδές των παιδιών τους και θυµούνταν τις καλές εποχές στην ΟΝΝΕ∆. Η πιο συνηθισµένη απάντηση στο «τι κάνεις;» ήταν το «εδώ, στον αγώνα», αλλά δεν είχε τη συνήθη σηµασία του αγώνα της ζωής, αλλά της εκλογής του Βαγγέλη.

Κάπως έτσι ήταν τα πράγµατα και στο «Κάραβελ» λίγες ηµέρες µετά, µόνο που ο κόσµος ήταν περισσότερος και ο κ. Μεϊµαράκης ελαφρώς αγουροξυπνηµένος. Η οµιλία έγινε σε µια αίθουσα κατάµεστη µέχρι τις δύο µεγαλοπρεπείς σκάλες που ανέβαιναν στο ισόγειο – διάλεξε τη δεξιά για να κατέβει και ο κόσµος χειροκρότησε την επιλογή. Στο µισάωρο, πήγα να καθίσω στα σκαλιά: όπως οι περισσότερες κυρίες εκεί, είχα ήδη µετανιώσει για τα ψηλοτάκουνα. Ενα ζευγάρι στεκόταν µπροστά µου, ακούγοντας µε προσήλωση την οµιλία. «Ωραία τα λέει ο πρόεδρος», είπε σιγά η κυρία, «αλλά πείνασα». Ο άντρας της την κοίταξε κάπως αυστηρά, πριν τελικά φορέσει το σακάκι του. «Καλά, κάτσε πέντε λεπτά και φεύγουµε. Εχουµε και ταξίδι»…