ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αδωνις Γεωργιάδης: Αν διαβάζαμε Θουκυδίδη, δεν θα ψηφίζαμε ποτέ ΣΥΡΙΖΑ

adonis-georgiadis-an-diavazame-thoykydidi-den-tha-psifizame-pote-syriza-2111508

«Πριν από 20 λεπτά µπήκε µέσα, δεν έχει πάει καν σπίτι του. Ηταν τρεις µέρες περιοδεία στην Πελοπόννησο». Η κυρία που µε υποδέχεται στο πολιτικό γραφείο του Α. Γεωργιάδη µου φέρνει καφέ. «Περιµένετε λίγο, να ξεκουραστεί µερικά λεπτά». ∆ευτέρα πρωί. Παντού γύρω µου άνθρωποι παλεύουν µε χαρτιά και τηλέφωνα. Κάθοµαι απέναντι απ’ την κλειστή πόρτα του γραφείου του υποψήφιου αρχηγού της Ν∆. Πίσω µου το κάδρο µιας αρχαίας κεφαλής που από κάτω γράφει «Απολλώνιος Τυανεύς». Από τ’ αριστερά, ένας χάρτινος Αντώνης Σαµαράς µε χαιρετά απ’ τον τοίχο. «Το έχουµε έτοιµο το πρόγραµµα για αύριο;» ακούω τη φωνή που µε καµία άλλη δεν µπορείς να την µπερδέψεις από το κλειστό δωµάτιο. Μια κυρία τινάζεται όρθια µ’ ένα χαρτί στο χέρι και τρέχει προς τα µέσα. Ενας ψηλός κύριος µου εξηγεί πως ο Α. Γεωργιάδης είναι εξουθενωµένος: µόλις τέλειωσε το γύρο της Πελοποννήσου σε 78 ώρες. «Εως τώρα, δέκα χιλιάδες χιλιόµετρα σε δεκάξι µέρες», λέει. «Αλλάζουµε τακάκια στο αυτοκίνητο κάθε µήνα πια».

Το περίφηµο «λεωφορείο του Αδωνη» εγκαταλείφθηκε και αντ’ αυτού επιστρατεύτηκε ένα συµβατικό Ι.Χ. Ο υποψήφιος, βλέπετε, έπρεπε να πατήσει γκάζι. «Μεταξύ Σπάρτης και Καλαµάτας, επειδή βιαζόµασταν για να προλάβει να βγάλει λόγο, περάσαµε τον Ταΰγετο κάθετα», µου λένε στο γραφείο του. «Ολο στροφές, δεν έπιανε το τηλέφωνο, εκείνος προσπαθούσε να γράψει µηνύµατα και, όταν φτάσαµε, είχε τέτοια ζαλάδα που δεν έβλεπε µπροστά του». Αλλά πάλι, ένα µήνα τώρα, κάθε µέρα είναι παραζάλη. «Αύριο φεύγουµε για Βόλο, Λάρισα, Τύρναβο, Ελασσόνα, Τρίκαλα και Καρδίτσα. Ολα σε µία µέρα!» µου λένε οι συνεργάτες του. «Εµπειρία ζωής βέβαια, αλλά σε βγάζει νοκ άουτ. Ωρες-ώρες λες “µακάρι, Θεέ µου, να µην πάρει εµένα στην επαρχία, να πάρει κάποιον άλλο να σωθώ”». 

Και ξαφνικά, η πόρτα του γραφείου ανοίγει. ∆ύο άνδρες βγαίνουν και… «ελάτε µέσα!» ακούω τη φωνή. Μπαίνω στο γραφείο και βλέπω τον Α. Γεωργιάδη ξέπνοο σε µια πολυθρόνα, σαν πυγµάχο σε διάλειµµα αγώνα. «Θα µε ακολουθείς όλη µέρα;» απορεί όταν του εξηγώ τι θέλω. «∆ηλαδή θα ’ρθεις και στη Βουλή; Και στην οµιλία; Και παντού;» Στα συνεχόµενα «ναι», µε κοιτάζει στωικά. «Ε, και δεν έρχεσαι;» κάνει στο τέλος και µετά… ντριιιν! Το ένα απ’ τα δύο τηλέφωνα µπροστά του χτυπά και ο χρόνος µου τελειώνει. «Θα πάω µία ώρα σπίτι να κοιµηθώ», τον ακούω που λέει. «∆εν γίνεται άλλο, δεν βγαίνει». Πίσω µου η ιδιαιτέρα του, που τον ξέρει καλά, κουνά το κεφάλι χαµογελώντας.

∆ύο ώρες αργότερα, στη Βουλή, καταλαβαίνω γιατί. Τον περιµένω στα σκαλάκια και, όπως πηδάει απ’ το αυτοκίνητο, «ξεκουραστήκατε;» ρωτάω. «Μπα, είχα δύο συνεντεύξεις», απαντά. Το µότο του πολιτικού του γραφείου δικαιώνεται: «Ο Αδωνις δεν ξεκουράζεται ποτέ». Τώρα σχεδόν τρέχω να τον προλάβω στους διαδρόµους της Βουλής. «Καλώς τον υποψήφιο!» ακούω όπως παίρνει τη στροφή για το Περιστύλιο. Είναι η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Α. Γεωργιάδης την έχει ήδη αγκαλιάσει. «Κοίτα εδώ τι έχω!» της λέει και της δείχνει δύο βιβλία που κρατάει. «Η βιογραφία της Θάτσερ και ο Ναπολέων Ζέρβας! Θα γίνει χαµός στην επιτροπή!» Πριν προλάβει εκείνη να του απαντήσει, αυτός στρίβει αριστερά και µπαίνει στην Ολοµέλεια. Η υπάλληλός του που έχει µείνει µαζί µου χαµογελάει. «Σίφουνας!» µου λέει. «Σκέψου πως όσο λείπει στην επαρχία µάς στέλνει µε το κινητό του τις ερωτήσεις για τη Βουλή, να τις καταθέσουµε». Οµως τώρα, η ώρα έχει πάει 6. Μετά την Ολοµέλεια ο Α. Γεωργιάδης έχει Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και στις 7 αρχίζει η οµιλία του στον Παµπειραϊκό Σύλλογο. Εγώ αγχώνοµαι ήδη. «Πώς θα προλάβουµε;» της λέω. «Πάντα στο τέλος προλαβαίνουµε!» µου απαντά εκείνη.

Είκοσι λεπτά αργότερα, τρέχω στη Συγγρού µε 130 για να προλάβω. Με το που φτάνω στον Παµπειραϊκό Σύλλογο, «πού είναι;» ρωτάω την υπάλληλό του που στέκεται στην πόρτα της αίθουσας. «Εξω στον πεζόδροµο, χαιρετάει κόσµο εδώ και ένα τέταρτο». Καθώς αναρωτιέµαι αν έχει βρει τη συσκευή απ’ το «Σταρ Τρεκ» που σε διακτινίζει, ηλικιωµένες κυρίες µε κοιτούν εξεταστικά. Προφανώς δεν ταιριάζω µε το ντεκόρ. Στην κατάµεστη αίθουσα του Παµπειραϊκού, βελούδινες κουρτίνες και κρυστάλλινες απλίκες. Σαν βουτιά στο παρελθόν: το ακροατήριο θυµίζει τις παλιές δόξες του ΛΑΟΣ. Μέσος όρος ηλικίας πάνω απ’ τα εξήντα, χρυσές κεφαλές αγαλµάτων για διακόσµηση και τέσσερα πιάνα στις γωνίες. Ξαφνικά, ένα «ααα!» και πετιούνται όλοι όρθιοι. Ο Α. Γεωργιάδης διασχίζει την αίθουσα φιλώντας λευκασµένες κεφαλές.

«Αποδείχθηκε µικρός αυτός ο χώρος», λέει. «Την άλλη φορά που θα έρθω ως αρχηγός της Ν∆, θα έχουµε µεγαλύτερη αίθουσα!» και το χειροκρότηµα ξεκινά. Στην επόµενη ώρα, το κοινό θα ζητωκραυγάσει την ωραία Ελένη που «ο Οµηρος ποτέ δεν µας είπε πώς είναι για να φαντάζεται καθένας ό,τι θέλει». Τον Θουκυδίδη που, «αν τον διαβάζαµε, δεν θα ψηφίζαµε ποτέ ΣΥΡΙΖΑ». Τον «γέρο του Μοριά, που «τον κλείσαµε στο κελί». Τον στρατηγό Μιλτιάδη, τον Αγησίλαο της Σπάρτης, ακόµη και τον Αµύντα της Μακεδονίας. Στο κλείσιµο του λόγου του, «συγγνώµη για τα αρχαία που σας λέω, αλλά είναι τα αγαπηµένα µου», κάνει ο Α. Γεωργιάδης. Σ’ αυτή την αίθουσα, όµως, κανείς δεν µοιάζει δυσαρεστηµένος. Ο υποψήφιος αρχηγός χάνεται στις αγκαλιές των θαυµαστών κι εγώ απολαµβάνω την εξοικείωση των τρίτων -ήντα µε τα selfies. «Θα τις σηκώσεις στο Facebook τις εικόνες, έτσι;» ακούω να λέει στη φίλη της µια κυρία µε γούνα. Οπως κρατάω το κινητό µου στο χέρι, ένας εξηντάρης µε τραβά απ’ το µανίκι. «Βγάλε µε, κορίτσι µου, µια πόζα γιατί µου ’πεσε η µπαταρία!», λέει, και κολλάει δίπλα στον υποψήφιο αρχηγό. Ενα «κλικ» και… «την ευχή του Αδωνη να ’χεις!», κάνει ο εξηντάρης ενθουσιασµένος. Πατάω «αποστολή» στο κινητό και η µέρα µου µε τον Αδωνι Γεωργιάδη έχει µόλις ολοκληρωθεί.