ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Κρυφό χρέος» 15,6 δισ. από εγγυήσεις Δημοσίου

kryfo-chreos-15-6-dis-apo-eggyiseis-dimosioy-2112397

Με ποσά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μισό δισ. ευρώ επιβαρύνεται κάθε χρόνο ο Ελληνας φορολογούμενος προκειμένου να πληρώνει το Δημόσιο τα χρέη κρατικών επιχειρήσεων και δημοσίων οργανισμών τα οποία έχει εγγυηθεί. Πρόκειται για τις λεγόμενες «πληρωμές καταπτώσεων εγγυήσεων» του ελληνικού Δημοσίου σε επιχειρήσεις όπως ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος αλλά και πολλές άλλες, ακόμα και ιδιωτικές. Συνολικά, οι εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου σε τέτοιους φορείς -χωρίς να υπολογίζονται αυτές που έχουν δοθεί προς τις τράπεζες- ανέρχονταν στα τέλη Ιουνίου στα 15,66 δισ. ευρώ.

Η όλη υπόθεση αφορά δάνεια που έχουν αντλήσει φορείς εντός και εκτός γενικής κυβέρνησης με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου και τα οποία δεν προσμετρώνται στο δημόσιο χρέος. Ομως τα χρέη αυτά, όταν οι φορείς αδυνατούν να τα αποπληρώσουν -και αδυνατούν τις περισσότερες φορές, όπως εξηγούν οι επαΐοντες- πληρώνονται από το Δημόσιο. Μάλιστα προϋπολογίζεται σχετική δαπάνη ετησίως. Για το 2014 αυτή ήταν ύψους 587 εκατ., ενώ για φέτος ανέρχεται στα 720 εκατ. σύμφωνα με το προσχέδιο και 818 εκατ. σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις. Αλλα 532 εκατ. καταπτώσεων έχουν προϋπολογιστεί για το 2016. Από το 2008 έως και σήμερα υπολογίζεται πως έχουν πληρωθεί για καταπτώσεις περί τα 5 δισ. ευρώ.

Ηδη το πρώτο εξάμηνο φέτος το Δημόσιο πλήρωσε 481,96 εκατ. ευρώ για χρέος του ΟΣΕ που είχε εγγυηθεί, 49,37 εκατ. για χρέος της Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), 5,62 εκατ. για χρέος της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας (ΕΑΒ), 2,32 εκατ. για οφειλές της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΤΑΔ), 10 εκατ. για τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (ΟΜΜΑ), 8,1 εκατ. για την Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (ΟΔΙΕ) και άλλα 7,45 εκατ. για καταπτώσεις εγγυήσεων του ελληνικού Δημοσίου σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Να σημειωθεί πως οι εγγυήσεις του Δημοσίου για χρέη φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων αθροίζονται στα 3,2 δισ. όπως και ότι το μισό περίπου από αυτό το ποσό εμφανίζεται να αφορά πληγέντες φυσικών καταστροφών.

Στη λίστα με τα «κρυφά χρέη», όπως ατύπως αποκαλούνται από πολλούς οικονομολόγους οι εν λόγω εγγυήσεις, ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων τα 5,86 δισ. ευρώ του ΟΣΕ, τα 2,13 δισ. ευρώ της Αττικό Μετρό Α.Ε., αλλά και άλλες εγγυήσεις, όπως του Δήμου Αθηναίων, του Δήμου Ηρακλείου, του ΑΔΜΙΕ και του ΔΕΣΦΑ.

Διαχειρίσιμο

Σε ορισμένες περιπτώσεις, βέβαια, από τις εγγυήσεις που έχουν δοθεί οι οφειλές αναμένεται να αποπληρωθούν κανονικά από τους δανειολήπτες, καθώς αφορούν κατά βάση υγιείς επιχειρήσεις, όπως στην περίπτωση της Αττικής Οδού και της Αερολιμήν Αθηνών. Στις δύο αυτές περιπτώσεις, με βάση τις συμβάσεις παραχώρησης, το ελληνικό Δημόσιο είχε εγγυηθεί τόσο το κατασκευαστικό ρίσκο όσο και το κυκλοφοριακό ελάχιστο. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως οι οφειλέτες δεν αναμένεται να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και έτσι αυτές θα αποπληρωθούν από τον Ελληνα φορολογούμενο.

Η συσσώρευση ενός τόσο μεγάλου «κρυφού χρέους», που αντιστοιχεί στο 10% περίπου του ελληνικού ΑΕΠ (των εγγυήσεων προς τις τράπεζες εξαιρουμένων), αποτελεί δυνάμει δημοσιονομικό κίνδυνο μόνο εφόσον τα βασικά μεγέθη της οικονομίας εξελιχθούν με ένα απρόσμενα δυσμενές σενάριο. Αυτό επισημαίνει μιλώντας στην «Κ» ο δρ Πλάτων Μονοκρούσος, αναπληρωτής γενικός διευθυντής και επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank. «Για την ώρα, αν και το ύψος τους ως ποσοστό του ΑΕΠ υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, η κατάσταση παραμένει διαχειρίσιμη μέσω των προϋπολογισθεισών καταπτώσεων» εξηγεί.

Αυτό δεν αλλάζει όμως το γεγονός πως πληρώνονται χρέη προβληματικών επιχειρήσεων των οποίων η αναδιάρθρωση καθυστερεί επί σειρά ετών. Η πρακτική αυτή των εγγυήσεων και η μη εγγραφή τους στο δημόσιο χρέος είναι πρακτική που έχει την ευρωπαϊκή έγκριση, όχι όμως και για το ύψος στο οποίο είχαν φθάσει στην Ελλάδα. Πρακτικά αυτό που συνέβαινε στην Ελλάδα ήταν πως το Δημόσιο διά του υπουργείου Οικονομικών επιχορηγούσε έτσι προβληματικές επιχειρήσεις αφενός με χαμηλά ποσά απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και αφετέρου για το υπόλοιπο και μεγαλύτερο τμήμα των αναγκών τους μεγάλες κρατικές εγγυήσεις για να αντλήσουν κεφάλαια από την τραπεζική αγορά. Το όφελος από τη διαδικασία αυτή ήταν ότι δεν επιβαρύνονταν άμεσα ο προϋπολογισμός και το χρέος, και η εξυπηρέτηση των χρηματοδοτήσεων αυτών γινόταν μόνο μετά την κατάπτωση των εγγυήσεων. Κερδιζόταν δηλαδή χρόνος με κόστος όμως τα επιτόκια δανεισμού.

Εκρηξη δανείων

Επί δεκαετίες, τα δάνεια με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου χορηγούνταν σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς της οικονομίας, όχι πάντα με ορθολογικά επιχειρηματικά κριτήρια, για την άσκηση δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’80, σημειώθηκε μια εκρηκτική αύξηση στα χρέη των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών και των αγροτικών συνεταιρισμών, με αποτέλεσμα το ανεξόφλητο εγγυημένο από το Δημόσιο υπόλοιπο να ανέλθει στο 26% του ΑΕΠ το 1989, ενώ, εκείνη τη χρονιά, χορηγήθηκαν νέες εγγυήσεις ύψους 6% του ΑΕΠ. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, περίπου οι μισές κατέπεσαν, λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησής τους, επιβαρύνοντας άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό. Στη συνέχεια, από το 2000 και κάθε χρόνο, χορηγούνταν νέες εγγυήσεις, ετήσιου ύψους περίπου 1% του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί ένα ανεξόφλητο υπόλοιπο κρατικών εγγυήσεων, κυρίως σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, ύψους 20 δισ. ευρώ, ή 10% του ΑΕΠ, το 2011. Με τις καταπτώσεις να ανέρχονται στο 1,5 δισ. ευρώ το 2011…

Ο πρώην αναπλ. υπ. Οικονομικών, βουλευτής Φθιώτιδας της Ν.Δ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι ένας από τους ανθρώπους που κλήθηκε να διαχειριστεί το μεγάλο αυτό πρόβλημα και όπως εξηγεί στην «Κ», από το 2012 παρατηρείται «μείωση των παρεχόμενων εγγυήσεων ως αποτέλεσμα τόσο της επιβολής -κατ’ αρχήν- μηδενικού ετήσιου ορίου για νέες εγγυήσεις όσο και της θέσπισης, με το Ν. 4151/2013, αυστηρότερων κριτηρίων αξιολόγησης των δανείων». Αμφότερες οι προβλέψεις αυτές ελήφθησαν βέβαια κατόπιν της ένταξης της χώρας στα μνημόνια και υπό στενή ευρωπαϊκή εποπτεία.