ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι υποσχέσεις… πρώτη φορά Αριστερά

politiki

«Νομίζω πως χάσαμε χρόνο. Στο τέλος μάς τελείωσαν τα χρήματα και οι δυνάμεις. Εάν το ήξερα αυτό, θα είχα πάρει πιο γενναίες αποφάσεις από την αρχή». Εχοντας ήδη κάνει τη «μνημονιακή στροφή», ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, παραδέχεται, μιλώντας στην κάμερα και στον δημοσιογράφο Πολ Μέισον, ότι η διαπραγματευτική τακτική που ακολούθησε επί επτά μήνες ήταν αποτυχημένη. Βεβαίως, οι «γενναίες αποφάσεις», στις οποίες παραπέμπει, παραμένουν αδιασαφήνιστες. Εννοεί τον επώδυνο συμβιβασμό στον οποίο αναγκάστηκε να υποκύψει όταν τελείωσαν δυνάμεις και –κυρίως– τα λεφτά ή κάτι άλλο;

Σήμερα, ο κ. Τσίπρας είναι προγραμματισμένο να μιλήσει σε μεγάλη εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ για τον ένα χρόνο διακυβέρνησης της χώρας από την πρώτη φορά Αριστερά κυβέρνησή του. Σε μια δύσκολη συγκυρία για την κυβέρνηση, καθώς οι ουτοπικές εναλλακτικές έχουν στην πράξη παταγωδώς διαψευσθεί, οι επαναστατικές παντιέρες που, με αφετηρία την Ελλάδα, ένα χρόνο πριν, επρόκειτο να προελάσουν στην Ευρώπη, έχουν καταχωνιασθεί σε κάποιο σεντούκι, οι μεγαλόστομες υποσχέσεις έχουν δώσει τη θέση τους στη συνεπή συνέχιση μιας πολιτικής απαράλλακτης στην ουσία της με αυτή των προηγούμενων χρόνων και που η καθημερινή πολιτική διαχείριση θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση την περίφημη «ηθική υπεροχή» της Αριστεράς, ο πρωθυπουργός καλείται σε έναν αντικειμενικά δύσκολο –εφόσον είναι ειλικρινής– απολογισμό και, κυρίως, στην παρουσίαση μιας νέας αφήγησης για τα επόμενα βήματα της κυβέρνησής του.

Η συνταγή και το όχημα

Ενα χρόνο πριν, η εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε ως επακόλουθο στην πίστη από σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος, ότι ένας διαφορετικός, μη μνημονιακός δρόμος ήταν εφικτός. Με βασικό όχημα το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», ο κ. Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενος απαλλαγή από το μνημόνιο, παροχές, περιορισμό της δυσβάσταχτης φορολόγησης, νέες θέσεις εργασίας. Ουσιαστικά, ακολούθησε τη συνταγή προκατόχων του στην πρωθυπουργία, που κατάφεραν να κερδίσουν την εξουσία με ανάλογες υποσχέσεις, αλλά οι αντοχές τους έναντι της σκληρής μνημονιακής πραγματικότητας αποδείχθηκαν περιορισμένες. Ενα χρόνο μετά, και ο κ. Τσίπρας εισπράττει μνημονιακή φθορά και μένει να φανεί ποιες είναι οι αντοχές της κυβέρνησής του.

Ο κ. Τσίπρας, χαιρετίζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου 2015, έσπευσε να διακηρύξει ότι από μόνο του αυτό καθιστούσε την τρόικα παρελθόν. Η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ για τον σχηματισμό κυβέρνησης ήταν η πρώτη αμφιλεγόμενη κίνηση, πολύ περισσότερο καθώς φάνηκε, από την ταχύτητα με την οποία έκλεισε η συμφωνία, ότι είχε προσυνεννοηθεί με τον κ. Πάνο Καμμένο σε μια τέτοια εξέλιξη.

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας εγκαινίασε τη μακρά και επώδυνη πορεία της νέου τύπου διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, που έκλεισε το πρωί της 13ης Ιουλίου με ένα νέο μνημόνιο και την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα να έχει χάσει επί της ουσίας τη δεδηλωμένη. Οπως φάνηκε εκ των υστέρων, η βασική ιδέα πίσω από τη διαπραγματευτική στρατηγική του κ. Τσίπρα ήταν ότι ο φόβος ενός Grexit και των επιπτώσεων που αυτό θα μπορούσε να έχει στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αποτελούσε ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί και απειλή ενώπιον της οποίας οι Ευρωπαίοι εταίροι θα αναγκάζονταν να υποχωρήσουν. Προφανώς υποτιμήθηκε το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, έπειτα από τις αναταράξεις που είχε προκαλέσει η πιθανότατα Grexit το 2012, είχαν φροντίσει να διαμορφώσουν τείχη προστασίας και να ενισχύσουν την άμυνά τους. Ετσι, η ελληνική ηγεσία αυτοπαγιδεύθηκε σε ένα παιχνίδι με τον χρόνο, χωρίς να συνειδητοποιεί –τουλάχιστον όχι έγκαιρα– ότι η άλλη πλευρά μπορούσε να περιμένει μέχρι να εξαντληθούν οι όποιες αντοχές όχι της κυβέρνησης αλλά της χώρας συνολικά.

Η έξοδος

Εκ των υστέρων καθίσταται σαφές ότι στον σχεδιασμό του κ. Τσίπρα και του επιτελείου του ήταν να επιχειρήσουν να παρακάμψουν το μνημονιακό πλαίσιο, τουλάχιστον όσον αφορά τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας κατ’ αρχάς, αναζητώντας αλλού χείρα βοηθείας. Βεβαίως αυτή η επιλογή θα οδηγούσε σε έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, παραδοχή που ο ίδιος ο κ. Τσίπρας έκανε στις 14 Ιουλίου μιλώντας στην κρατική τηλεόραση και υπερασπιζόμενος τη νέα συμφωνία. Οπως είπε τότε, η άλλη επιλογή ήταν η άτακτη χρεοκοπία και πρόσθεσε: «Συναλλαγματικά αποθέματα, όμως, για να στηρίξουμε εθνικό νόμισμα δεν έχουμε. Εγώ πήγα και στη Ρωσία και στην Αμερική, στον κ. Ομπάμα, και στην Κίνα. Κανείς δεν είπε “προχώρα, εγώ είμαι εδώ να σε βοηθήσω”».

Μέσα σε ένα χρόνο ο κ. Τσίπρας κατάφερε να πείσει τρεις φορές τους ψηφοφόρους ότι μπορεί να τραβήξει από το μανίκι του τον κρυμμένο άσο. Κέρδισε τις εκλογές τον Ιανουάριο, κέρδισε το δημοψήφισμα τον Ιούλιο, κέρδισε εκ νέου τις εθνικές εκλογές τον Σεπτέμβριο, καθιστώντας σαφές ότι, αν μη τι άλλο, διαθέτει πολιτικό χάρισμα. Ωστόσο, η πραγματική τριβή του με τη διακυβέρνηση άρχισε από τις 20 Σεπτεμβρίου και μετά. Την τελευταία εκλογική αναμέτρηση την κέρδισε υποσχόμενος ότι μπορεί να υλοποιήσει το μνημόνιο που αυτός έφερε, το οποίο, βεβαίως, υπερασπίστηκε ως καλύτερο από τα προηγούμενα. Η υποταγή στις μνημονιακές επιταγές φέρνει φθορά στην κυβέρνηση· έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν. Μένει να φανεί εάν το πολιτικό άστρο του κ. Τσίπρα μπορεί να καταστήσει αυτήν τη φθορά αναστρέψιμη.