ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στο νέο περιφερειακό περιβάλλον

tsipras

Εν μέσω περιφερειακών διεργασιών που ενδέχεται να τροποποιήσουν τους υφιστάμενους συσχετισμούς, καθώς και μιας συνεχιζόμενα ασταθούς κατάστασης στον περίγυρο, το μέτωπο Ελλάδας-Τουρκίας δεν θεωρείται μεν «καυτό», αλλά η ουδετεροποίηση των εντάσεων απομακρύνει το σενάριο στρατιωτικής αντιπαράθεσης και συμβάλλει στην προσπάθεια ευρύτερης αποκλιμάκωσης. Εσχάτως, βέβαια, έχουν προστεθεί στην εξίσωση οι εξής παράμετροι: α) το προσφυγικό, που προσώρας έχει αναβαθμίσει τη θέση της Αγκυρας και αντίστοιχα έχει αδυνατίσει της Αθήνας, β) η λύση του Κυπριακού, που βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, με τα βλέμματα στραμμένα στις κινήσεις Ερντογάν αλλά και τη διόλου αμελητέα οικονομική πτυχή, γ) οι απόπειρες, έστω και μερικής, αποκατάστασης των σχέσεων της Τουρκίας με Ισραήλ και Αίγυπτο, που, αν εκπληρωθούν αυτονόητα, θα επηρεάσουν τα τριμερή και τετραμερή σχήματα της τελευταίας περιόδου που άφηναν την Τουρκία στο περιθώριο, δ) η ραγδαία επιδείνωση κλίματος μεταξύ Αγκυρας και Μόσχας και η διάθεση της τελευταίας να επανακάμψει στη Μέση Ανατολή και ε) η επάνοδος του Ιράν, που θα επιφέρει ανακατατάξεις και νέες συσπειρώσεις. Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το πλαίσιο, καλούνται οι δύο πλευρές να εξετάσουν τη διευθέτηση των ζητημάτων που τις χωρίζουν. Υπογραμμίζεται ότι συχνά η Τουρκία μετατρέπει την «απογοήτευσή» της, ιδίως στα θέματα υφαλοκρηπίδας, σε απόπειρα προβολής νέων αξιώσεων μέσα και από τη δέσμευση περιοχών για ναυτικές/αεροπορικές ασκήσεις. Μάλιστα, τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, οι γείτονες μπορεί να μην έχουν προκαλέσει κάποιο «θερμό» επεισόδιο, αλλά μεθοδικά αναβαθμίζουν ποιοτικά και ποσοτικά τις παραβιάσεις τους. Ακόμη και κατά τις μεταναστευτικές/προσφυγικές ροές υπάρχουν πληροφορίες πως η Αγκυρα επιχείρησε να νομιμοποιήσει μέσω της έρευνας και διάσωσης ορισμένα από τα εδαφικά της αιτήματα.

Η Τουρκία των ανοικτών μετώπων, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητές της, ίσως υποχρεωθεί γρηγορότερα του αναμενομένου να αναθεωρήσει τη μαξιμαλιστική της ατζέντα, η οποία επιβεβαιώνεται, μέρα με τη μέρα, ότι έχει αγγίξει τα όριά της. Η εποικοδομητικότερη ανάκαμψη στο περιφερειακό γίγνεσθαι εναπόκειται στον Ερντογάν, ως έχοντα τον τελευταίο λόγο. Κατά πόσον αυτός είναι διατεθειμένος να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί στην περιοχή, μετατρέποντας την απομόνωση της Τουρκίας σε ευκαιρία διόρθωσης και ανόρθωσης, είναι συνάμα ζητούμενο και μεγάλο ερωτηματικό.

Το Κυπριακό θα είναι λογικά εκ των πρώτων μεγάλων τεστ για την Αγκυρα, η οποία, πάντως, αρχίζει, έστω και απρόθυμα, να συνειδητοποιεί τα επίχειρα των επιλογών της – εξού και το άνοιγμα προς το Ισραήλ αλλά και η αποδοχή της διαμεσολάβησης της Σαουδικής Αραβίας χάριν της εξομάλυνσης με την Αίγυπτο. Εδώ πιθανότατα εντάσσεται και η επιθυμία της γείτονος να συζητήσει με μεγαλύτερη συνέπεια και σοβαρότητα τα ζητήματα του Αιγαίου, επιπρόσθετα επειδή εκτιμά ότι η αδυναμία της ελληνικής πλευράς θα την εξωθήσει στην αποδοχή δυσμενέστερων όρων, με δέλεαρ το οριστικό κλείσιμο ενός μετώπου που της κοστίζει, μεταξύ άλλων, και οικονομικά. Μακροχρόνια, ωστόσο, ο σχεδιασμός της Τουρκίας είναι μάλλον η διατήρηση του υφιστάμενου status quo στο Αιγαίο. Βολεύεται, δηλαδή, όσο η κατάσταση παραμένει συγκεχυμένη και «γκρίζα», εφόσον έτσι παγιώνονται τρόπον τινά οι διεκδικήσεις της από το καθεστώς ακινησίας στην άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Οπως επίσης, εν τοις πράγμασι, δυσχεραίνονται οι προσπάθειες οριοθέτησης ΑΟΖ με όμορα κράτη, δεδομένου πως αυτές προϋποθέτουν κάποιου είδους συναίνεση εκ μέρους της Αγκυρας.

Εκτός απροόπτου, δεν αναμένονται θεαματικές διαφοροποιήσεις στα ελληνοτουρκικά, εντούτοις η πορεία τους –με διακυμάνσεις– θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από: τη διαχείριση του προσφυγικού (πεδίο μετάθεσης ευθυνών ή συντονισμού ενεργειών), την προοπτική ή μη επίλυσης του Κυπριακού, τη διάθεση/ταχύτητα αποκατάστασης της εμπιστοσύνης μεταξύ Αγκυρας-Τελ Αβίβ-Καΐρου και την έκβαση των έξωθεν πιέσεων για συμμετοχή της Τουρκίας σε περιφερειακές συνθέσεις, με άξονα την ενέργεια. Αν η περιοχή πρόκειται να λειτουργήσει ως ανάχωμα στη διάχυση των περιφερειακών κρίσεων, απαιτούνται συμβιβασμοί, βιώσιμες συμφωνίες, πνεύμα συνεργασίας με ταυτόχρονη άρση αναθεωρητικών βλέψεων και μονομερών διεκδικήσεων. Μπορεί, άραγε, η Τουρκία του Ερντογάν να «χωρέσει σε αυτό το κουστούμι»;

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.