ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Μέσα σε ένα μήνα έχασα τα μισά λεφτά»

diktis

Δύο εβδομάδες μετά την επίσκεψή τους στην Αθήνα, οι head managers των μεγάλων ξένων funds που βρέθηκαν στη χώρα μας κάνουν τον απολογισμό τους. Και καταλήγουν, κάτω από διαφορετικές οπτικές, σε ένα συμπέρασμα: η ελληνική εξίσωση παραμένει δύσκολη. Για ορισμένους από αυτούς, μάλιστα, ενδεχομένως και άλυτη. Και θέλουν να πάρουν τα μέτρα τους. Οπως κάνουν –αθόρυβα– όλοι όσοι έρχονται για να «βάλουν» λεφτά στη χώρα αυτό τον καιρό.

Παράδειγμα; Ολες (ή σχεδόν όλες) οι συμφωνίες που ακούτε ότι κλείνονται αυτόν τον καιρό κάνουν πρόβλεψη ρήτρας διπλού νομίσματος. Στη βάση του γνωστού βασιλικού διατάγματος που έχει ισχύ από τα μέσα της μακρινής δεκαετίας του ’50. Ως γνωστόν, για μεγάλο χρονικό διάστημα –ολόκληρες δεκαετίες– είχε πέσει σε αχρησία και εξ αυτού του λόγου σε αχρηστία, όμως την τελευταία 5ετία κανένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο που λειτουργεί για λογαριασμό ξένου επενδυτή δεν παραλείπει να ζητεί ρητή πρόβλεψή της στη συμφωνία που υπογράφει. Από το πιο μεγάλο project (π.χ. μιας αποκρατικοποίησης) έως και το πιο μικρό.

Τα παραδείγματα πολλά και πολύ… πρόσφατα.

Με ζημίες

Για να επιστρέψουμε και πάλι στα funds, η απαισιοδοξία τους έχει μια κοινή αφετηρία, που δεν είναι άλλη από τις ζημίες που έχουν «γράψει» το τελευταίο 12μηνο, με αποκορύφωμα στην τελευταία ανακεφαλαιοποίηση. Ενας από τους «υψηλούς επισκέπτες» της προπερασμένης εβδομάδας έλεγε, για παράδειγμα, σε συνομιλητή του που τον επισκέφθηκε αυτή την εβδομάδα στα γραφεία του στη Νέα Υόρκη ότι «έβαλα περίπου 240 εκατομμύρια και πρόλαβα ήδη να χάσω τα μισά». Σημειωτέον, δεν έχει περάσει ούτε μήνας από τότε που τα «έβαλε».

Ωστόσο, ένας προσεκτικός παρατηρητής των πραγμάτων μπορεί να διακρίνει και κάποιες δόσεις υπερβολής στα λεγόμενα, και κυρίως στους υπολογισμούς όλων αυτών των head funders. Και να τις δικαιολογήσει ώς έναν βαθμό, εφόσον έχει υπόψη του μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Σε τι συνίσταται η τελευταία; Στη σχεδόν και δημοσίως εκπεφρασμένη πρόθεσή τους να διεκδικήσουν ένα μέρος των «κόκκινων» δανείων, κυρίως μεγάλων επιχειρηματικών. Κάποιοι, «υποψιασμένοι», μιλούν για ένα πακέτο της τάξης των 4,5 δισ. ευρώ, που θα πουληθεί όταν έρθει η ώρα. Πρόκειται, επαναλαμβάνουμε, για τις επισφάλειες που θα βγάλουν κάποια στιγμή προς πώληση-αναδιάρθρωση οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας.

Η περίπτωση Γουάτσα

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει μια διευκρίνιση. Σ’ αυτό τον στόχο δεν αποσκοπούν όλοι όσοι ήρθαν την περασμένη εβδομάδα στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, όσοι γνωρίζουν μπορούν να βεβαιώσουν ότι ο Πρεμ Γουάτσα, του Fairfax, έχει εξελιχθεί σε μέγα θιασώτη του ελληνικού εγχειρήματος, ποντάροντας στην επιτυχία του υπό έναν όρο: ότι θα εφαρμόσει το ιρλανδικό μοντέλο. Και είναι πιστός στην άποψή του όχι από «τώρα», αλλά εδώ και κάμποσα χρόνια. Για παράδειγμα, από την εποχή που σε συνάντησή του με τον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά είχε εκφράσει την επιθυμία του να μπει δυνατά στο μετοχικό κεφάλαιο ελληνικής τράπεζας. Οπερ και εγένετο μερικούς μήνες μετά, καταλήγοντας στην επιλογή της Eurobank. Το ίδιο εξακολουθεί να θεωρεί και τώρα.

Ωστόσο, υπάρχουν και funders που δεν θα έλεγαν όχι σε μια τέτοια προοπτική, της διαχείρισης δηλαδή ενός πακέτου «κόκκινων» δανείων. Ο λόγος προφανής: το κέρδος που θα αποκομίσουν και θα τους βοηθήσει να ισορροπήσουν τις απώλειες και να βγάλουν και ένα κάποιο κέρδος, το οποίο, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αποδειχθεί κάτι παραπάνω από σημαντικό. Υπενθυμίζεται ότι τα περισσότερα από αυτά τα funds διαθέτουν ειδικά τμήματα που ασχολούνται με το συγκεκριμένο αντικείμενο, οπότε τίποτα δεν γίνεται –ούτε λέγεται– τυχαία.