ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α. Μοντανίνο: «Χωρίς βιώσιμο χρέος δεν συμμετέχει το ΔΝΤ»

dnt

Το πρώην μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Αντρέα Μοντανίνο, είναι πεπεισμένο ότι το χρέος είναι το κλειδί για τη συμμετοχή του διεθνούς οργανισμού στο ελληνικό πρόγραμμα. Οπως λέει, χωρίς μία νέα ανάλυση του χρέους που να δείχνει ότι είναι βιώσιμο, το ΔΝΤ δεν θα παρέμβει ποτέ. Ως εκτελεστικός διευθυντής, ο κ. Μοντανίνο εκπροσωπούσε μία ομάδα ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ τους και την Ελλάδα, στο 24μελές συμβούλιο που, κεκλεισμένων των θυρών, λαμβάνει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις του οργανισμού. Διευθυντής διεθνών οικονομικών στο Atlantic Council σήμερα, στη συνέντευξή του στην «Κ» εκτιμά ότι το ποσό με το οποίο θα συμμετάσχει το ΔΝΤ στο νέο ελληνικό πρόγραμμα θα είναι συμβολικό, καθώς έχει ήδη υπέρμετρη έκθεση στην Ελλάδα.

Ερωτώμενος για τη στάση των Ευρωπαίων έναντι του ΔΝΤ και για τις φωνές που θέλουν την αποχώρησή του από την Ευρώπη, εκτιμά ότι θεσμοί όπως η Ε.Ε., και σίγουρα ο ESM, δεν θα ήθελαν εντός το ΔΝΤ.

«Είναι ζήτημα εξουσίας, καθώς όταν έχεις έναν ακόμη παίκτη στο τραπέζι τα πράγματα περιπλέκονται» εξηγεί. Ιδιαίτερα σε σχέση με το χρέος: «Το χρέος είναι ξεκάθαρα το κεντρικό ζήτημα και ήταν ο λόγος της σύγκρουσης του καλοκαιριού» λέει. Αναφέρεται στην έκθεση βιωσιμότητας του χρέους που δημοσίευσε το ΔΝΤ τότε, όταν «έκανε ξεκάθαρο ότι ακόμη και με σχετικά ευνοϊκές συνθήκες το χρέος της Ελλάδας δεν είναι βιώσιμο». Οπως εκτιμά, «ήταν επίσης ένας τρόπος να μην μπει στο πρόγραμμα εκείνη τη στιγμή, διότι πιθανώς υπήρχαν διαφωνίες στο συμβούλιο. Ηταν λοιπόν ένας έξυπνος τρόπος να κερδίσει χρόνο. Χωρίς όμως μία νέα ανάλυση χρέους που να δείχνει ότι είναι βιώσιμο, το ΔΝΤ δεν θα παρέμβει ποτέ. Από την άλλη, δεν ξέρω αν οι Ευρωπαίοι θέλουν να προχωρήσουν τώρα προς την αναδιάρθρωση, και υπό μία έννοια έχουν δίκιο διότι έχουν ήδη μειώσει τα επιτόκια και παρατείνει τις πληρωμές του κεφαλαίου».

Επίσης, ο κ. Μοντανίνο θυμίζει πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις εντός του Ταμείου: «Η διαδικασία είναι πάντα η ίδια: η εισήγηση γίνεται από το αρμόδιο γεωγραφικό τμήμα, στην περίπτωση αυτή το ευρωπαϊκό, μαζί με άλλα – διότι τίθενται επίσης ζητήματα βιωσιμότητας του χρέους και άρα εμπλέκεται το χρηματοοικονομικό τμήμα, κι επίσης το τμήμα χρηματοδότησης, διότι πρέπει να αποφασισθεί πόσα χρήματα θα διατεθούν στο πρόγραμμα… Αν η διοίκηση συμφωνεί, την πηγαίνει στο συμβούλιο που λαμβάνει την τελική απόφαση. Φυσικά, για ένα πρόγραμμα όπως το ελληνικό υπάρχουν πολλές ανεπίσημες συζητήσεις πριν από την απόφαση, το ευρωπαϊκό τμήμα μιλά με τους εκτελεστικούς διευθυντές, μπορεί να υπάρχει κάποια ανεπίσημη συζήτηση στο συμβούλιο…».

Προσθέτει όμως έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα που θα λάβει υπόψη του το Ταμείο: το γεγονός ότι το χαρτοφυλάκιό του έχει μεγάλη έκθεση στην Ελλάδα, με περισσότερο από το 90% των δανείων του στην Ευρώπη, κατά μεγάλη πλειοψηφία στην Ελλάδα. Οπως λέει, «κάθε φορά που συζητούνταν το ελληνικό πρόγραμμα στο συμβούλιο, αυτό το θέμα αναδεικνυόταν, αν το ΔΝΤ συγκεντρώνει υπερβολικά τον κίνδυνο στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Η αίσθησή μου είναι ότι θα είναι πολύ δύσκολο για τη διοίκηση να προχωρήσει σε ένα νέο πρόγραμμα λόγω της συγκέντρωσης του ρίσκου. Προβλέπω ότι αν το ΔΝΤ συμμετάσχει στο πρόγραμμα, θα το κάνει με ένα πολύ, πολύ μικρό ποσό. Νομίζω ότι αυτός είναι ο τρόπος που η διοίκηση μπορεί να λάβει την έγκριση του συμβουλίου για ένα πρόγραμμα σαν της Ελλάδος: Να πει ότι δεν βάζουμε παρά πολύ λίγα λεφτά, αλλά θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το πρόγραμμα και ο λόγος που θέλουμε να το κάνουμε αυτό είναι επειδή έχουμε δώσει μεγάλη πίστωση ως τράπεζα». Οπως εκτιμά, πάντως, «το ΔΝΤ είναι πάντα έτοιμο να παρέμβει όταν του ζητηθεί από τα κράτη-μέλη του…».