ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αντιφατικά μηνύματα από τις Βρυξέλλες

brussels1

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Διαφορετικά μηνύματα στέλνουν οι Βρυξέλλες σε σχέση με την πορεία των διαπραγματεύσεων, υπογραμμίζοντας τις σημαντικές διαφορές που παραμένουν μεταξύ των ίδιων των θεσμών, αλλά και μεταξύ των θεσμών και των κρατών-μελών, κάνοντας την ήδη δύσκολη διαπραγμάτευση ακόμα δυσκολότερη:

α) Από τη μια πλευρά είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που φαίνεται να συμμερίζεται την αισιοδοξία που αποπνέει η ελληνική κυβέρνηση ως προς το χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, τονίζοντας ότι θα ήταν εφικτή ακόμα και πριν από το τέλος του Μαρτίου. Αυτή την εκτίμηση την είχε εκφράσει και ο αρμόδιος επίτροπος για τα Οικονομικά Πιερ Μοσκοβισί, στο περασμένο Eurogroup, αλλά αξιωματούχοι από τους υπόλοιπους θεσμούς και από τα κράτη-μέλη τη χαρακτήρισαν υπεραισιόδοξη και μη ρεαλιστική. Από την Επιτροπή, ωστόσο, οι αξιωματούχοι βλέπουν πρόοδο στις τεχνικές συζητήσεις και προβλέπουν την επιστροφή των επικεφαλής στα τέλη αυτής της εβδομάδας.

β) Από την άλλη πλευρά βρίσκονται αξιωματούχοι των υπόλοιπων θεσμών, που θεωρούν ότι δεν έχει γίνει αρκετή δουλειά, η οποία θα επέτρεπε στους επικεφαλής να επιστρέψουν στην Αθήνα, και σίγουρα δεν βλέπουν το κλείσιμο της αξιολόγησης πριν από το καθολικό Πάσχα, που φέτος είναι στις 27 Μαρτίου.

Γεγονός αποτελεί ότι οι ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και η πιο «μαλακή» στάση που έχει κρατήσει απέναντι στην τωρινή κυβέρνηση έχουν μειώσει την αξιοπιστία της στα μάτια μιας σειράς κρατών-μελών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται ακόμα περισσότερο η ανάγκη της συμμετοχής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει διπλό ρόλο στο ελληνικό πρόγραμμα, πολιτικό και τεχνοκρατικό, αποδυναμώνει τη θέση της σε μερικά κράτη-μέλη, καθώς πολλές φορές αξιωματούχοι θεωρούν ότι η πολιτική κατεύθυνση της Επιτροπής την καθιστά συχνά μη αντικειμενική.

Το κενό

Συγκεκριμένα, ένα από τα βασικά θέματα στα οποία υπάρχει απόκλιση ανάμεσα στους θεσμούς είναι το πόσο μεγάλο θα καταλήξει να είναι το δημοσιονομικό κενό για την επόμενη τριετία. Από την πλευρά του, το ΔΝΤ ζητεί μέτρα αξίας 8-9 δισ. μέχρι το 2018, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το υπολογίζει στα 6 δισ., ένα ποσό επίσης πολύ υψηλό, καθώς αυτό σημαίνει πως κάθε χρόνο για τα επόμενα τρία χρόνια θα απαιτούνται μέτρα αξίας 2 δισ. Ομως, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εμφανίζονται θετικοί ότι το κενό θα καλυφθεί πιο εύκολα απ’ ό,τι αναμένεται, καθώς ποντάρουν στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, η οποία θα είναι καλύτερη των προβλέψεων, όπως λένε. Και εδώ έγκειται η μία βασική διαφοροποίηση.

Οσον αφορά το ασφαλιστικό, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι διαμηνύουν ότι οι συζητήσεις με τον αρμόδιο Ελληνα υπουργό Γιώργο Κατρούγκαλο είναι σε καλό δρόμο και ότι δεν θα ζητήσουν τον σχεδιασμό του ασφαλιστικού από την αρχή, αλλά ότι μπορούν να περιοριστούν σε αλλαγές στις παραμέτρους του. Αυτό που χρειάζονται είναι την κοστολόγηση του συνταξιοδοτικού μεσοπρόθεσμα, αλλά και μακροπρόθεσμα, και όχι μόνο για τα επόμενα τρία χρόνια, όπως έχει κάνει η ελληνική κυβέρνηση μέχρι στιγμής.

Βασικό πρόβλημα εξακολουθεί να είναι τα μόλις 15 χρόνια που προτείνει η κυβέρνηση για την κατοχύρωση εθνικής σύνταξης, καθώς υποστηρίζουν ότι, με αυτό τον τρόπο, ευνοείται η «μαύρη» εργασία και πιθανόν να αντιπροτείνουν 20 ή ακόμα και 25 χρόνια εργασίας για πρόσβαση στην εθνική σύνταξη. Με αυτό τον τρόπο –την αύξηση ετών εργασίας– μπορεί να εξοικονομηθεί σημαντικό κεφάλαιο, λένε Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ενώ εκφράζουν τις αμφιβολίες τους για το κατά πόσον μπορούν να διατηρηθούν οι βασικές συντάξεις και να φθάσουν τους στόχους που έχουν συμφωνηθεί για πρωτογενές πλεόνασμα (3,5% μέχρι το 2018).

Αγρότες

Οσο αφορά το συνταξιοδοτικό των αγροτών κατανοούν τις δυσκολίες της κυβέρνησης, και αυτό που μπορούν να δεχθούν είναι μια χρονική παράταση στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Για παράδειγμα, να πάει σταδιακά δύο χρόνια αργότερα. Αυτή την πιο ήπια προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν φαίνεται να συμμερίζονται οι υπόλοιποι θεσμοί.

Ακόμα και οι «θετικοί» Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι για να κλείσει η αξιολόγηση πρέπει να γίνει ένα «τεράστιο» νομοθετικό έργο, όπως το αποκαλούν, το οποίο, πριν ψηφιστεί από τη Βουλή, πρέπει να έχει πάρει το «πράσινο φως» των θεσμών. Αυτό στο οποίο φαίνεται και οι τρεις θεσμοί να συμφωνούν είναι πως, από τη στιγμή που κλείσει η αξιολόγηση, θα μπορέσει να ξεκινήσει η συζήτηση για την ελάφρυνση του ελληνική χρέους, στην οποία, όμως, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έχει καμία ανάμειξη, πέραν του παρατηρητή.