ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Διαπραγμάτευση πίσω από κλειστές πόρτες στη Σύνοδο

euro1--3-thumb-large

Κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε. την περασμένη εβδομάδα, εξαιρουμένης της ελληνικής πλευράς, κανείς δεν αισθάνθηκε ιδιαίτερη ένταση. Η ατμόσφαιρα ήταν κατά παράξενο τρόπο χαλαρή, ίσως και αποκομμένη από την πραγματικότητα. Κι επειδή η μεταναστευτική κρίση δεν επηρεάζει όλες τις χώρες με τον ίδιο τρόπο, μαθαίνουμε ότι κάποιοι αρχηγοί κρατών δεν είχαν τίποτα να πουν μεταξύ τους.

Από τη στιγμή, ωστόσο, που ο κ. Αλέξης Τσίπρας απείλησε να ασκήσει βέτο αν η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, η οποία προβλέπεται από την συνθήκη Σένγκεν, δεν παρέμενε ως έχει έως τη νέα Σύνοδο Κορυφής στις 7 Μαρτίου, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε. Τότε Γαλλία και Γερμανία επιχείρησαν να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Η Αγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ επιδόθηκαν στο «παιχνίδι με τα χαμόγελα» μπροστά στους φωτογράφους και τις κάμερες παρέα με τον κ. Τσίπρα, πριν από την κεκλεισμένων των θυρών συνάντησή τους λίγες ώρες μετά, την Παρασκευή το πρωί της 19ης του μήνα. Μια ώρα αργότερα, ο Ελληνας πρωθυπουργός βγήκε καθησυχαστικός και ανακοίνωσε ότι η φωνή της Ελλάδας εισακούστηκε.

Σήμερα μαθαίνουμε ότι ο κ. Τσίπρας είχε δίκιο: η Γαλλία και η Γερμανία τον διαβεβαίωσαν ότι η συνθήκη Σένγκεν θα τηρηθεί, a priori όμως, δεν καταγράφηκε στα πρακτικά. Στην πραγματικότητα, ο γαλλογερμανικός άξονας μίλησε κυρίως για την οικονομία με τον κ. Τσίπρα. Η συζήτηση, σε πολύ φιλικό κλίμα, περιστράφηκε γύρω από τις μεταρρυθμίσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα να φέρει εις πέρας και τις εξελίξεις από τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου 2015. Στο επίκεντρο των ανησυχιών ήταν η αξιολόγηση από το κουαρτέτο των πιστωτών της χώρας με τους πρώτους απόηχους στην Ευρώπη να είναι από κατευναστικοί έως ολίγον θετικοί.

Η κ. Μέρκελ και ο κ. Ολάντ, ως εκ τούτου, άφησαν να εννοηθεί –χωρίς ωστόσο να το πουν– ότι το κουαρτέτο θα μπορούσε να είναι πιο ανεκτικό όσον αφορά αυτή την αξιολόγηση και εν τέλει να την επικυρώσει, έτσι ώστε το ακανθώδες ζήτημα του χρέους της χώρας να μπορέσει επιτέλους να τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους.

Αυτό το θέμα για τον Αλέξη Τσίπρα είναι ένα καλό διαπραγματευτικό χαρτί ώστε η Ελλάδα να κάνει, σε αντάλλαγμα, μια μεγαλύτερη προσπάθεια να υποδεχθεί μετανάστες και πρόσφυγες, κατασκευάζοντας κέντρα υποδοχής. Ο στόχος; Αν τα σύνορα όδευαν προς κλείσιμο, η Ελλάδα δεν θα ξεχείλιζε από πρόσφυγες, αλλά θα ήταν πιο οργανωμένη. Ο κ. Τσίπρας, μπροστά στο δέλεαρ του χρέους, έχει αναμφίβολα πειστεί, αλλά δεν έχει υπογράψει τίποτα ακόμα. Ως αποτέλεσμα, μια εβδομάδα αργότερα, η Ελλάδα κατακλύστηκε από πρόσφυγες.

Ο πρωθυπουργός ζήτησε σίγουρα από την κ. Μέρκελ να αντιδράσει, καλώντας την τηλεφωνικώς την Τετάρτη, αλλά και πάλι, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ετσι, στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής, ο κ. Τσίπρας μπορεί να μην είναι σε θέση να κτυπήσει την γροθιά του στο τραπέζι σχετικά με το μεταναστευτικό ζήτημα. Θα πρέπει πάνω από όλα να σκεφτεί και να σταθμίσει το πολιτικό βάρος των δύο φλεγόντων θεμάτων.