ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τσίπρας: Ερχεται η συζήτηση για μείωση χρέους

Τσίπρας: Ερχεται η συζήτηση για μείωση χρέους

Στην επομένη μιας συμφωνίας με τους εταίρους για το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης στρέφει την προσοχή της η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός φρόντισε χθες να διαμηνύσει προς κάθε κατεύθυνση τι αναμένει από τους δανειστές – συμβαλλομένους της συμφωνίας του περασμένου Ιουλίου. Προφανώς, η κυβέρνηση, έχοντας λάβει τις αποφάσεις της ως προς τους συμβιβασμούς που θα απαιτηθούν για να κλείσει η διαπραγμάτευση, αναγνωρίζει ότι η έναρξη της συζήτησης για την απομείωση του χρέους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, ως αφήγημα – αντιστάθμισμα τόσο προς τους κυβερνητικούς βουλευτές που θα κληθούν να σηκώσουν το βάρος ψήφισης των νέων μέτρων, όσο και προς τους πολίτες, οι οποίοι θα θιγούν από αυτά. Ετσι, ο κ. Τσίπρας στις δηλώσεις του, μετά τη συνάντηση με τον Πορτογάλο ομόλογό του Αντ. Κόστα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση τόνισε ότι, αναφορικά με το χρέος, η συμφωνία του Ιουλίου «είναι απολύτως σαφής: λέει ότι αμέσως μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, θα ανοίξει η συζήτηση για το χρέος και δεν θέτει ούτε όρους ούτε προϋποθέσεις για να ανοίξει αυτή η συζήτηση».

Ο πρωθυπουργός, αναφερόμενος στη διαπραγμάτευση και στην πορεία της χώρας, επιτέθηκε για άλλη μια φορά στο ΔΝΤ και, χωρίς να τον κατονομάσει, στον κ. Π. Τόμσεν. Μίλησε για εφαρμογή λανθασμένων πολιτικών στην Ελλάδα και παραδοχή του λάθους αυτού, για να προσθέσει ότι θα πρέπει κάποια στιγμή «να σοβαρευτούμε», διότι όλα αυτά αφορούν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Μάλιστα, πιστός στην τακτική που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση, θέλησε να προβάλει τις απαιτήσεις του Ταμείου ως ζημιογόνες όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά συνολικά για την Ευρώπη και ανέφερε: «Για έναν τεχνοκράτη υπάλληλο, ο οποίος συμμετέχει σε κάποια προγράμματα, μπορεί να αποτελεί θέμα επιβεβαίωσης των εμμονών του και της καριέρας του, του αν θα αποτύχει και το τρίτο πρόγραμμα, όπως απέτυχαν και τα δύο πρώτα με δική του ευθύνη, αλλά για την Ευρώπη που βρίσκεται μπροστά σε τρεις παράλληλες κρίσεις (κρίση οικονομική, κρίση ασφάλειας, κρίση προσφυγική, πρωτοφανείς κρίσεις για τα δεδομένα της Ευρώπης) και λίγο πριν από ένα κρίσιμο δημοψήφισμα, νομίζω ότι αυτό που προέχει είναι η σταθερότητα, είναι η ανάκαμψη, είναι η κοινή προοπτική των λαών της».

Ο κ. Τσίπρας είχε χθες διαβούλευση στο Μαξίμου με τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου, προκειμένου να συζητηθούν οι τελευταίες λεπτομέρειες της διαπραγματευτικής τακτικής πριν από την επανάληψη των συζητήσεων με τους δανειστές, χθες το απόγευμα. Σύμφωνα με το πρωθυπουργικό επιτελείο, διαμορφώθηκε ένα συνολικό κείμενο επί όλων των ζητημάτων της διαπραγμάτευσης, με στόχο να περάσει από μια τελική συζήτηση στην επανάληψη της διαπραγμάτευσης, με τη συμμετοχή, όπου κρινόταν απαραίτητο, των καθ’ ύλην αρμοδίων υπουργών. Η γραμμή της σύσκεψης ήταν ότι η διαπραγμάτευση θα πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις.

Στο πρωθυπουργικό περιβάλλον, πάντως, αναγνωρίζουν ότι η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης δεν σημαίνει μείωση της πίεσης για την κυβέρνηση, καθώς θα πρέπει να ακολουθήσει η ψήφιση των μέτρων. Η αντίδραση του υπουργού Ναυτιλίας στην πώληση του ΟΛΠ κατέδειξε ότι η πιθανότητα εκδήλωσης διαφοροποιήσεων είναι υπαρκτή. Στον κ. Δρίτσα διαμηνύθηκε ενόχληση του Μαξίμου, καθώς και ότι έπρεπε άμεσα να χαμηλώσει τους τόνους, όπως και έγινε.

Κοινό μέτωπο Ελλάδας – Πορτογαλίας κατά πολιτικών λιτότητας

Κοινή διακήρυξη κατά της λιτότητας και υπέρ μιας δημοκρατικής και προοδευτικής Ευρώπης υπέγραψαν χθες στην Αθήνα οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας και της Πορτογαλίας Αντόνιο Κόστα, σε μια συμβολική κίνηση σύμπηξης του πρώτου κοινού μετώπου κατά των πολιτικών λιτότητας και υπέρ της υιοθέτησης εναλλακτικών πολιτικών, προσανατολισμένων στην ανάπτυξη στην Ε.Ε. Οι δύο ηγέτες εξέφρασαν την πεποίθηση ότι στην πρωτοβουλία αυτή θα βρουν σύντομα και άλλους υποστηρικτές.

Στη διακήρυξη επισημαίνεται ότι η πολιτική που βασίζεται αποκλειστικά στη λιτότητα είναι λανθασμένη και αναποτελεσματική και σημειώνεται η ανάγκη για ένα νέο ευρωπαϊκό κοινωνικό συμβόλαιο και όχι επιστροφή σε πολιτικές που ενισχύουν τον εθνικισμό, την ξενοφοβία, τον εξτρεμισμό και τον λαϊκισμό.

Γίνεται αναφορά, επίσης, στην ανάγκη σεβασμού του δημοκρατικού δικαιώματος εκλεγμένων κυβερνήσεων να εξειδικεύουν την πολιτική προς κοινούς στόχους και κανόνες για την οικονομική σταθερότητα.

Στη διακήρυξη περιλαμβάνεται αναφορά στην ανάγκη στενής συνεργασίας προκειμένου η Ε.Ε. να ενισχύσει τις διπλωματικές προσπάθειες για ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή, ενώ εκφράζεται η υποστήριξη στην ειρηνευτική διαδικασία για δίκαιη και βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού.