ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σχέδια μεικτού εκλογικού συστήματος

Σχέδια μεικτού εκλογικού συστήματος

Μια παραλλαγή του γερμανικού εκλογικού μοντέλου με δύο ειδών περιφέρειες φαίνεται να βρίσκεται στα σκαριά του ΣΥΡΙΖΑ και, προφανώς, δεν ήταν τυχαία η δημόσια τοποθέτηση του υπουργού Εσωτερικών, κ. Παν. Κουρουμπλή, ο οποίος εξέφρασε την εβδομάδα που πέρασε τη βεβαιότητά του ότι «ένας νέος εκλογικός νόμος θα εφαρμοσθεί από τις επόμενες κιόλας εκλογές».

Το θέμα αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, διότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ κατεβάσει μια πρόταση που θα είναι αναλογικότερη της σημερινής και θα πριμοδοτεί τα μικρότερα κόμματα, η Ν.Δ. δεν θα μπορέσει να την μπλοκάρει μόνη της. Το κόμμα του κ. Μητσοτάκη διαθέτει σήμερα μόνο 75 βουλευτές και βάσει του Συντάγματος ο εκλογικός νόμος μπορεί να αλλάξει αμέσως αν ψηφισθεί από 200 βουλευτές, δηλαδή από τον ΣΥΡΙΖΑ και τα μικρότερα κόμματα. Αυτό ήταν άλλωστε και το νόημα της παρέμβασης Κουρουμπλή, ο οποίος εξέφρασε την πεποίθησή του πως η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ «θα ψηφισθεί από τουλάχιστον τα 2/3 των βουλευτών». Αν κάτι, ωστόσο, απέκρυψε ο κ. Κουρουμπλής είναι ο ανομολόγητος στόχος μιας τέτοιας πρότασης. Ποιος είναι αυτός; Η παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία ακόμη και αν ηττηθεί στις επόμενες εκλογές. Για όσους, δε, αναρωτιούνται πώς θα συμβεί αυτό, η απάντηση είναι απλούστατη; Με ένα αναλογικότερο σύστημα –αν δηλαδή καταργηθεί ή μειωθεί δραστικά το μπόνους των 50 εδρών– θα είναι αδύνατον να σχηματισθεί κυβέρνηση χωρίς τη σύμπραξη και των δύο πρώτων κομμάτων καθώς τα κουκιά δεν θα βγαίνουν στον νικητή για να φτάσει τις 151 έδρες μόνο με μικρότερα κόμματα.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι χρήσιμο να δούμε τι είπε ο υπουργός Εσωτερικών, καθώς δεν αποκλείεται πολύ σύντομα να αποτελούν το κορυφαίο θέμα συζήτησης: α) Μίλησε για ένα μεικτό εκλογικό σύστημα και τη δυνατότητα των βουλευτών να εκλέγονται είτε με λίστα είτε και με σταυρό, β) τάχθηκε ασαφώς υπέρ της αναλογικής κατανομής του μπόνους των 50 εδρών και της δυνατότητας να το μοιράζονται και συνασπισμοί κομμάτων, γ) πρότεινε το σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών και τη θέσπιση εσωτερικών εκλογών στα κόμματα, προκειμένου να επιλέγονται δημοκρατικότερα οι υποψήφιοί τους και δ) υποστήριξε ότι στη συζήτηση πρέπει να μπει και η μείωση των βουλευτών σε 200.

Το ενδιαφέρον στην πρόταση Κουρουμπλή είναι ότι υιοθετεί κάποιες από τις εισηγήσεις κορυφαίων εκλογολόγων, που έχουν αναδείξει σε ανύποπτο χρόνο τις παθογένειες του σημερινού συστήματος. Για παράδειγμα, ο κ. Ηλ. Νικολακόπουλος έγραψε προ διμήνου στα «Νέα» (20/2/16) ένα εκτενές άρθρο, κάνοντας πολύ συγκεκριμένες προτάσεις. Μεταξύ άλλων, εισηγήθηκε οι 200 βουλευτές να εκλέγονται κατά προτεραιότητα μέσα από ολιγοεδρικές περιφέρειες σε όλη τη χώρα (με σταυρό) και να γίνεται δεσμευτικά αποδεκτή η τοπική προτίμηση των πολιτών. Οι δε υπόλοιποι 100 βουλευτές να εκλέγονται συμπληρωματικά με λίστα (σε 13 μείζονες περιφέρειες) αφού συνυπολογιστεί –για την ορθή και δίκαιη κατανομή των εδρών– το γενικό ποσοστό που θα λάβουν τα κόμματα σε όλη την επικράτεια.

Στόχος της πρότασης είναι να εξαλειφθούν οι εξόφθαλμες στρεβλώσεις του σημερινού συστήματος στην τοπική αντιπροσωπευτικότητα. Ο κ. Νικολακόπουλος έφερε μάλιστα δύο παραδείγματα για να καταδείξει αυτήν την ανάγκη. Στις εκλογές του Μαΐου του 2012, η Ν.Δ. έλαβε στα Χανιά μόλις το 8,4% των ψήφων και κέρδισε τις 3 από τις 4 έδρες του νομού, ενώ στις τελευταίες εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε στην Ξάνθη και τους 3 βουλευτές του νομού, αν και έλαβε εκεί το 49,6% των ψήφων. Με το ίδιο πνεύμα πρότεινε το σπάσιμο της Β΄ Αθήνας σε τρεις περιφέρειες (στο πρότυπο των αυτοδιοικητικών εκλογών), όπως και του Υπολοίπου Αττικής σε δυτικό και ανατολικό τμήμα, ενώ τάχθηκε κατά της μείωσης των βουλευτών σε 200.

Η πρόταση Νικολακόπουλου δεν περιγράφηκε τυχαία. Είναι γνωστό ότι ο έγκριτος εκλογολόγος ανήκει στην ομάδα των επιστημόνων που συμβουλεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ για τις θεσμικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα αξιοποιήσει μόνον όποιες από τις εισηγήσεις Νικολακόπουλου τον εξυπηρετούν πολιτικά, αδιαφορώντας για κάτι που επίσης υπογράμμισε στο ίδιο άρθρο του ο εκλογολόγος. Επισήμανε τον μεγάλο κίνδυνο «το Κοινοβούλιο να μετατραπεί σε ακυβέρνητη πολιτεία», υπονοώντας σαφώς ότι τούτο θα συμβεί εάν η πρότασή του δεν συνοδευθεί με μια σαφή πριμοδότηση –σ.σ. ένα μπόνους δηλαδή– στον νικητή των επόμενων εκλογών.