ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Ανεπίτρεπτη η απουσία του Κοινοβουλίου από το προσφυγικό

apopsi-anepitrepti-i-apoysia-toy-koinovoylioy-apo-to-prosfygiko-2133746

Προ δύο 24ώρων «έφυγε» από το γραφείο του Προέδρου της Βουλής Ν. Βούτση πρόσκληση προς τα μέλη δύο Επιτροπών του Κοινοβουλίου (Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Δημόσιας Διοίκησης-Δημόσιας Τάξης-Δικαιοσύνης) καθώς και προς τους ευρωβουλευτές, προκειμένου να συμμετάσχουν σε συνάντηση, την προσεχή Παρασκευή 20 Μαΐου στην αίθουσα της Γερουσίας, με αντιπροσωπεία της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οπως έγινε γνωστό, στη συνάντηση αυτή θα παραστεί και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις Ν. Ξυδάκης. Το θέμα της συνάντησης είναι «Οι προκλήσεις στη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος και οι τρέχουσες ευρωπαϊκές νομοθετικές εξελίξεις».

Την περασμένη Τρίτη οι δύο Επιτροπές είχαν συνάντηση στον ίδιο χώρο και με παρόντα τον κ. Ξυδάκη (χωρίς τους ευρωβουλευτές) εκείνη τη φορά με αντιπροσωπεία της Επιτροπής Εσωτερικών Υποθέσεων της Ιταλικής Γερουσίας, με αντικείμενο «τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος».

Ενδιαφέρουσα «κινητικότητα» από μια πρώτη ματιά για το ελληνικό Κοινοβούλιο, το οποίο όπως επισημαίναμε στην «Κ» στις 17 Μαρτίου, ήταν απαραδέκτως και σκανδαλωδώς απούσα από το θέμα της αντιμετώπισης της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης, μιας «δίδυμης» για την Ελλάδα σφοδρής κρίσης μαζί μ’ εκείνη που έχει τουλάχιστον δημοσιονομικό χαρακτήρα. Κι ήταν αιφνιδιαστικά, επίσης, ενδιαφέρον ότι κατά την έναρξη της συνάντησης με τους Ιταλούς, η αίθουσα της Γερουσίας ήταν σχεδόν γεμάτη από Ελληνες βουλευτές. Ενδεικτικό είναι ότι μέλη της ιταλικής αντιπροσωπείας, δήλωναν ακόμα και υπερήφανοι για την πολυπληθή παρουσία των Ελλήνων. Χαρακτηριστικά ο κ. Βίτο Κλαούντιο Κρίμι, (μέλος των Επιτροπών Εκλογών και Ασυλιών, Συνταγματικών Υποθέσεων, και για τις Διαδικασίες Ποινικής Δίωξης) ανέφερε σχετικά κατά την τοποθέτησή του: «Σας ευχαριστούμε και για την πολυάριθμη παρουσία συναδέλφων που μας τιμούν».  Μα, το σκηνικό σύντομα επρόκειτο δυστυχώς να αλλάξει.

Οταν έλαβε το λόγο η εκπρόσωπος της «Χρυσής Αυγής», σύζυγος του αρχηγού Ν. Μιχαλολιάκου, όπως συμβαίνει και στις συνεδριάσεις του κοινοβουλίου κάθε που λαμβάνει το λόγο εκπρόσωπος του συγκεκριμένου κόμματος, Ελληνες βουλευτές άρχισαν να αποχωρούν σε μια συμβολική κίνηση απαρέσκειας. Δεν ήταν κακή ως κίνηση, η οποία μάλιστα έγινε αντιληπτή από τους Ιταλούς βουλευτές. Το «κακό» ήταν στη συνέχεια: Οσοι αποχώρησαν, πλην πιθανώς ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν επέστρεψαν, παρά το γεγονός ότι η κοινή αυτή συνεδρίαση-συνάντηση ήταν ακόμα περίπου στις αρχές της. Ετσι, συνεχίστηκε ενώπιον κενών εδράνων, με τοποθετήσεις μόνο από κάποιους εκπροσώπους των οκτώ ελληνικών κομμάτων.

Χωρίς προτάσεις

Αλλά και επί της ουσίας: επίσης με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι εν λόγω τοποθετήσεις των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας αποτελούσαν «αναλύσεις» του φαινομένου, και δεν εμπεριείχαν προτάσεις για την αντιμετώπισή του, κάτι το οποίο είχαν αρχικώς ζητήσει οι Ιταλοί συνάδελφοί τους. Επαναλήφθηκε, με άλλα λόγια, η εικόνα των ανούσιων αντιπαραθέσεων των ελληνικών πολιτικών κομμάτων επί του ζητήματος.

«Πραγματικά ανυπομονούμε να ανταλλάξουμε απόψεις και να ακούσουμε την εμπειρία σας και να κατανοήσουμε ποιος είναι ο ρόλος του ελληνικού κοινοβουλίου, τι προτίθεται να κάνει η Ελλάδα για το μέλλον σε σχέση με τα χιλιάδες ερωτηματικά που δημιουργεί το προσφυγικό και το θέμα της μετανάστευσης», έλεγε στην αρχή –ματαίως όπως αποδείχθηκε- η επικεφαλής της ιταλικής αντιπροσωπείας κυρία Αννα Φινοκιάρο. Λίγο αργότερα δε, μεταξύ άλλων η κυρία Ντόρις Λομόρο (Γερουσιαστής του Δημοκρατικού Κόμματος) άγγιζε και μια ιδιαιτέρως ευαίσθητη αν όχι και «καυτή» πτυχή του ζητήματος: την τρομοκρατία. «Διαχειριζόμαστε τις μεταναστευτικές ροές με τρόπο που εγώ συμμερίζομαι απόλυτα, στην Ιταλία. Γνωρίζετε τις θέσεις του Πρωθυπουργού, κ. Ματέο Ρέντσι και τις επαφές του με τον κ. Γιούνκερ. Διαδραματίζουμε πρωταγωνιστικό ρόλο. Αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, ένα διττό θέμα και θα ήθελα να το συζητήσουμε, δηλαδή να κατανοήσουμε κάποιες λεπτομέρειες του τρόπου διαχείρισης της Ελλάδας, διότι είναι πολύ διαφορετική από αυτή της Ιταλίας. Επίσης, θα ήθελα να ανταλλάξουμε απόψεις και σε θέματα τρομοκρατίας. Τα δύο αυτά φαινόμενα μπορεί να συνδέονται, κατά κάποιον τρόπο, δυνητικά και γι’ αυτό ανυπομονούσα να έρθω στην Ελλάδα» είπε στην αρχή.

Στο τέλος και μετά από τις όποιες ελληνικές τοποθετήσεις, με προφανή ευγένεια η κυρία Φινοκιάρο περιορίστηκε ανάμεσα στα άλλα να πει: «Να σας ευχαριστήσω από καρδιάς διότι η σημερινή συζήτηση, υπήρξε μια συζήτηση πολύ ζωντανή, ακούστηκαν πολλές «φωνές» υπήρξε ιδιαιτέρως ικανοποιητικός αυτός ο διάλογος, αυτή η συζήτηση, πραγματικά. Αυτό το οποίο θα ήθελα να σας πω ολοκληρώνοντας, δεδομένης της πληθώρας των «φωνών» που ακούστηκαν και των διαφορετικών ενίοτε απόψεων, θέλω να πω ότι υπάρχουν πολλές κοινές προσεγγίσεις».

Δυστυχώς για την ελληνική πλευρά, η εικόνα δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική – λιγότερο απογοητευτική εκείνης που είναι: στο ελληνικό Κοινοβούλιο απουσιάζει από μήνες η οργανωμένη συζήτηση για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα το ζήτημα το οποίο, όπως είπε προχθές απαντώντας σε ερώτηση βουλευτή του ΚΚΕ ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών Ι. Μουζάλας, συνιστά «μια οξεία κατάσταση». Εκανε λόγο, μάλιστα, για προσπάθεια διάσωσης της αξιοπρέπειας όχι μόνο της χώρας αλλά και των χιλιάδων ξένων εγκλωβισμένων, αποτυπώνοντας μόνο τη σημερινή στιγμή: «Βρισκόμαστε στη συγκεκριμένη κατάσταση με εξήντα χιλιάδες πενήντα πέντε περίπου εγκλωβισμένους στην πατρίδα μας μετά το κλείσιμο των συνόρων και αυτή είναι μια οξεία κατάσταση. Προσπαθούμε να διασώσουμε την αξιοπρέπεια της χώρας και την αξιοπρέπεια αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων».

Τί θα έχουν, λοιπόν, να πουν στη συνάντηση της προσεχούς Παρασκευής; Τόσο καιρό και παρά την εκρηκτική κατάσταση στα σημεία εισόδου προσφύγων-μεταναστών, στις  οργανωμένες δομές και στα ανοργάνωτα κέντρα όπως της Ειδομένης και του Πειραιά, με το ΝΑΤΟ να βρίσκεται στο Αιγαίο και πολλές οργανώσεις τύπου ΜΚΟ να εξακολουθούν να δρουν ανεξέλεγκτα, ούτε με πρωτοβουλία προεδρείων κάποιων κοινοβουλευτικών Επιτροπών, ούτε με πρωτοβουλία βουλευτών από οποιοδήποτε κόμμα, η ελληνική Βουλή ασχολήθηκε συστηματικά, οργανωμένα, εποικοδομητικά με το ζήτημα. Το καθοδικό σπιράλ της απαξίωσης γίνεται επώδυνα μεγαλύτερο για το πολιτικό σύστημα.