ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Αέναη διαπραγμάτευση και ανάγκη νέου εθνικού σχεδίου

ee

Ε​​δώ και περίπου ενάμιση χρόνο βρισκόμαστε σε μια αέναη διαπραγμάτευση, της οποίας ακόμη και τυχόν θετική έκβαση δείχνει να μη μας διασφαλίζει παρά μόνο χρόνο μέχρι τον επόμενο γύρο. Κάποιοι ευελπιστούν πως γρήγορα θα δοθεί τέλος στην αβεβαιότητα, αλλά η εμφανής αδυναμία εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η εκατέρωθεν κλονισμένη εμπιστοσύνη, η επιμονή ορισμένων εκ των πιστωτών μας σε ατελέσφορες προτάσεις, η στοχοποίηση των πλέον παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας και η συνεχιζόμενη αίσθηση εσωτερικής αστάθειας δεν προαναγγέλλουν μια βιώσιμη ανάκαμψη. Συνέπεια αυτού, εντός των επόμενων μηνών ίσως βρεθούμε στο ίδιο –αν όχι χειρότερο– σημείο, παραπέμποντας στον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

Ομως, εξίσου σοβαρά είναι και τα ζητήματα στο εξωτερικό πεδίο. Ετσι κι αλλιώς, η εξωτερική μας πολιτική έχει πέσει θύμα των μακρόσυρτων διαβουλεύσεων με τους δανειστές μας υπό την εξής έννοια: από τη μια, ο πρωθυπουργός αντλεί το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού κεφαλαίου του για να διεξάγει την «πολιτική διαπραγμάτευση» όταν αποτυγχάνουν ή φτάνουν στα όριά τους οι αντίστοιχες τεχνικές· από την άλλη, με τον χρόνο να πιέζει για την εκταμίευση δόσης γινόμαστε ευάλωτοι έναντι των «σκληρών» της άλλης πλευράς, ενώ λόγω του σχεδόν μονοσήμαντου χαρακτήρα των συζητήσεων, απεμπολούμε ισχύ και «χώρο» να ελιχθούμε διπλωματικά – μάλιστα, με μοχλό πίεσης τις μνημονιακές δεσμεύσεις, ενίοτε και υπό τη μορφή «καρότου», οι εταίροι μας επιβάλλουν εν γένει τις θέσεις τους αποτελεσματικότερα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κρίση του προσφυγικού. Στην αρχή η κυβέρνηση τη θεώρησε χρυσή ευκαιρία για την επίτευξη καλύτερων όρων πριν από το κλείσιμο της αξιολόγησης. Αντιθέτως με τις προσδοκίες μας, καταλήξαμε σε «κλείσιμο» του βαλκανικού διαδρόμου, ενώ η χρησιμότητά μας ως χώρας υποδοχής επέφερε διαπραγματευτική χαλάρωση, εν τη προσδοκία της διασύνδεσης των δύο ζητημάτων (πιθανόν και προφορικών διαβεβαιώσεων), παρότι αν ολιγωρούσαμε η έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα η αύξηση της πίεσης για «πάση θυσία συμφωνία» ήταν ζήτημα χρόνου.

Από εκεί και πέρα, εντοπίζονται δυναμικές/τάσεις που απαιτούν προσεκτική διαχείριση και ανάλογο σχεδιασμό:

α. Η κρίση στη Γηραιά Ηπειρο με άξονα την οικονομία και εσχάτως το προσφυγικό/μεταναστευτικό, καθώς και ζητήματα ασφάλειας. Η Ευρώπη βρίσκεται στα πρόθυρα τεκτονικών αλλαγών και η επιστροφή στην εθνική περιχαράκωση μοιάζει προσώρας αναπότρεπτη. Χώρες με συρρικνούμενο ειδικό βάρος, όπως η Ελλάδα, ζημιώνονται, τόσο διότι το περιβάλλον δεν ευνοεί την ανάπτυξη συνεργασιών –σε μια περίοδο που τις χρειαζόμαστε περισσότερο– όσο και λόγω της υποχώρησης των συλλογικών διαδικασιών/θεσμικών προνοιών που παραδοσιακά αποτελούν καταφύγιο των πιο αδύναμων κρατών-μελών. Αθροίζοντας στην εικόνα ενδεχόμενο Brexit και τις εκλογές στην Ισπανία, η επαναφορά του ελληνικού προβλήματος στην επικαιρότητα είναι μεν απευκταία, όμως ταυτόχρονα το γεγονός ότι δοκιμάζονται οι αντοχές της Ενωσης ίσως οδηγήσει στην κατασκευή ενός (εύκολου) εξιλαστήριου θύματος προκειμένου να εκτονωθεί η ένταση.

β. Ο βόρειος περίγυρός μας εξελίσσεται προβληματικά. Η Αλβανία αμφισβητεί μέρος της ελληνικής ΑΟΖ, καλύπτοντας με επίσημο τρόπο μια σειρά διεκδικήσεων, η FYROM σφραγίζει τα σύνορα με τις πλάτες μεγάλου μέρους της Ε.Ε., αναμένοντας πως έτσι θα ενισχυθεί η υποψηφιότητά της για ένταξη σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε. και φιλικότερα κράτη της Βαλκανικής συμμετέχουν σε συνόδους και υπόγειες διεργασίες που εμμέσως αποκόπτουν την Ελλάδα από τον φυσικό της χώρο (της ΝΑ Ευρώπης). Η αίσθηση πως βρισκόμαστε ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις επιτείνεται από τη σχετική απραξία και την αδυναμία ανάληψης προληπτικών πρωτοβουλιών στο πλαίσιο μιας ενεργητικής πολιτικής.

γ. Ο θερμότερος υποστηρικτής μας ως προς την ανάγκη διατήρησής μας σε ευρωατλαντική τροχιά χωρίς αναταράξεις, οι ΗΠΑ, λόγω ενστίκτου και γεωπολιτικών συμφερόντων, επιζητούν εξίσου την εξομάλυνση στην Ανατολική Μεσόγειο. Φοβούμενες τη διολίσθηση της Τουρκίας στην αστάθεια, επεξεργάζονται και προωθούν την αποκατάσταση των σχέσεων με Ισραήλ και Αίγυπτο, αλλά και την επίτευξη ευρύτερων συνεργειών με άξονα την ενέργεια και μέσω της επίλυσης του Κυπριακού. Εχοντας επενδύσει υπερβολικά τα τελευταία χρόνια στη στήριξη της Ουάσιγκτον στο σκέλος των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, θα δυσκολευθούμε να σταθούμε εμπόδιο στην υλοποίηση των σχεδιασμών της στην περιοχή και ενώ αυτοί είναι δυνητικά ανατρεπτικοί για τις ελληνικές θέσεις. Είμαστε, επί παραδείγματι, σήμερα σε θέση να αποτρέψουμε τυχόν απόπειρα εξευμενισμού της Αγκυρας για ενδεχόμενες απώλειες στα μέτωπα της Εγγύς Ανατολής σε περιοχές ειδικού ελληνικού ενδιαφέροντος;

Η σύλληψη περί «νησίδας σταθερότητας» εξυπηρέτησε τον σκοπό της, εντούτοις δεν μπορεί να αποτελεί πυξίδα για την εξωτερική μας πολιτική. Αντίστοιχα, έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους και οι αφηγήσεις περί παραμονής στον στενό πυρήνα της Ε.Ε. και «Ευρώπης των Βαλκανίων». Η μετεξέλιξή μας σε ενεργειακό διάδρομο ή –σε ένα πιο ακραίο σενάριο– σε ζώνη ανάσχεσης έναντι των κινδύνων που προκαλεί η αποσταθεροποίηση σε μια ακτίνα που εκτείνεται από τη Βόρεια Αφρική μέχρι τη Νότια Ασία λειτουργεί μόνο συμπληρωματικά στη μεγάλη εικόνα. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα, όπου αναδιατάσσονται συμμαχίες και συσχετισμοί, ελλοχεύουν κίνδυνοι και αναδύονται ευκαιρίες. Ενα νέο εμπροσθοβαρές και επικαιροποιημένο όραμα/σχέδιο που θα προσδιορίζει τον ρόλο μας και θα ετεροκαθορίζει τη θέση μας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι καθίσταται πλέον αδήριτη ανάγκη.

*Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.