ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Και δάνεια προς πώληση

suglisis1

Κάποτε, όχι στο πολύ μακρινό παρελθόν, ο ΣΥΡΙΖΑ, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, χαρακτήριζε τις εταιρείες μεταβίβασης δανείων «κοράκια». Τώρα, ως κυβέρνηση και συγκεκριμένα στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το πολυνομοσχέδιο, τα «κοράκια» μετατρέπονται σε «περιστερές», καθώς, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, «η θεσμοθέτηση της πώλησης απαιτήσεων και από δάνεια που εξυπηρετούνται διευκολύνει τη δημιουργία μιας αγοράς που με τη σειρά της αποσκοπεί στη δημιουργία ενός νέου αναπτυξιακού κύκλου για την ελληνική οικονομία».

Τα βασικά στοιχεία του νέου τοπίου που διαμορφώνεται σε ό,τι αφορά τα δάνεια είναι τα ακόλουθα:

• Απελευθερώνεται η πώληση σε εταιρείες μεταβίβασης εξυπηρετούμενων και μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι εταιρείες θα έχουν την ευελιξία να επιλέξουν το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο, ανάμεσα στον νόμο 3156/2003 που επιτρέπει την τιτλοποίηση απαιτήσεων που εξυπηρετούνται και στο νέο πλαίσιο που δημιουργείται με το νομοσχέδιο.

• Από την πώληση εξαιρούνται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 τα δάνεια με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης πρώτης κατοικίας σε ακίνητα αντικειμενικής αξίας έως 140.000 ευρώ, ανεξαρτήτως της κατηγορίας δανείου, εάν είναι δηλαδή στεγαστικό, καταναλωτικό ή μικρό επιχειρηματικό. Διά παντός εξαιρούνται από την πώληση πάσης φύσεως δάνεια που έχουν χορηγηθεί με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου.

• Οι εταιρείες μεταβίβασης μπορούν να εδρεύουν στην Ελλάδα, σε χώρα-μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή σε τρίτες χώρες που δεν έχουν προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Η ίδρυση υποκαταστήματος στην Ελλάδα βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια των εταιρειών.

• Η υπεραξία από τη μεταβίβαση απαιτήσεων υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος.

• Σε περίπτωση που μεταβιβάζεται απαίτηση από εξυπηρετούμενο δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο, η εταιρεία που το αγοράζει δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να προσδιορίσει περιθώριο, επιπλέον του επιτοκίου αναφοράς, υψηλότερο εκείνου που είχε προσδιορίσει η τράπεζα κατά τον χρόνο καταχώρισης της μεταβίβασης.

• Οι εταιρείες οι οποίες αποκτούν απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια οφείλουν να ξεκινούν εκ νέου τη διαδικασία επίλυσης καθυστερήσεων του κώδικα δεοντολογίας.