ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Φόβοι και προσδοκίες ενόψει του Eurogroup

fovoi-kai-prosdokies-enopsei-toy-eurogroup-2134859

Με τον κάβο του Eurogroup της Τρίτης θα βρεθεί αντιμέτωπος ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, εάν οι εκτιμήσεις των επιτελών του αλλά και των άλλων κομμάτων σήμερα το βράδυ επιβεβαιωθούν και η κυβέρνηση εξέλθει αλώβητη από την ψηφοφορία στη Βουλή για το σκληρό πακέτο των έμμεσων φόρων, του νέου ταμείου αποκρατικοποιήσεων και των «κόκκινων» δανείων.

Η κυβέρνηση, ύστερα από το πανηγυρικό κλίμα που καλλιέργησε έπειτα από το τελευταίο Eurogroup για ρύθμιση-εξπρές στο θέμα του χρέους, σπεύδει να χαμηλώσει τον πήχυ, καθώς διαπιστώνει ότι οι διαφορές μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ παραμένουν αγεφύρωτες. «Εμείς κάναμε όσα είχαμε δεσμευθεί, ψηφίσαμε όλα τα μέτρα του μνημονίου του περασμένου Ιουλίου. Το Βερολίνο και το ΔΝΤ πρέπει να βρουν κοινό τόπο, ώστε πλέον η χώρα να πάψει να κινείται στο τεντωμένο σχοινί της αβεβαιότητας», είναι η αποστροφή σταθερού συνομιλητή του κ. Τσίπρα, ο οποίος μεταδίδει το κλίμα ανησυχίας στο Μέγαρο Μαξίμου. Επί της ουσίας, δύο είναι τα βασικά σενάρια που προβληματίζουν τον πρωθυπουργό και τους επιτελείς του:

• Στο Εurogroup της Τρίτης να μην υπάρξει καμία δεσμευτική απόφαση και το μπρα ντε φερ μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ να συνεχιστεί.

• Να ληφθούν αποφάσεις για τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση του χρέους, αλλά η εξειδίκευση για το μεσοπρόθεσμο στάδιο, από το 2018 και μετά, που ενδιαφέρει πολιτικά τον κ. Τσίπρα, καθώς συνδέεται με παράταση των ωριμάνσεων και με το ύψος των επιτοκίων και δόσεων, να μετατεθεί για μετά τη δεύτερη αξιολόγηση.

Αντιθέτως, μετά την αναμενόμενη ψήφιση των μέτρων σήμερα το βράδυ στη Βουλή, στο Μέγαρο Μαξίμου προεξοφλείται ότι το μεθαυριανό Eurogroup θα σφραγίσει την εκταμίευση δόσης της τάξης των 9 έως 11 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά και για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Επίσης, κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι στο πλαίσιο της δέσμευσης των εταίρων για βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση του χρέους –μέχρι το 2018– μπορεί να υπάρξει και κάποιας μορφής θετικότερη απόφαση που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά από το Μέγαρο Μαξίμου.

Οπως προαναφέρθηκε, η ανησυχία για το πλαίσιο του συμβιβασμού στον οποίον θα καταλήξουν το Βερολίνο και το ΔΝΤ εδράζεται στις επιπτώσεις που θα έχει η όποια μεταξύ τους συμφωνία στην εσωτερική πολιτική διαχείριση από τον κ. Τσίπρα: Ο πρωθυπουργός «πέρασε» το ασφαλιστικό, το φορολογικό και το τρέχον «κύμα» μέτρων, προτάσσοντας ως αντιστάθμισμα προς τους βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, καθώς και προς την κοινή γνώμη, το δέλεαρ της ελάφρυνσης του χρέους. Εάν το συγκεκριμένο αφήγημα αποδειχθεί έωλο, η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης από τους εκπροσώπους των δανειστών θα είναι εξαιρετικά περίπλοκη, καθώς περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, τα εργασιακά.

Αλλαγή τοπίου

Σε κάθε περίπτωση, έπειτα από τη βραδινή ψηφοφορία και υπό την αίρεση ότι οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ παραμείνουν συμπαγείς, η πολιτική ζωή της χώρας εισέρχεται σε νέα περίοδο. Η Ν.Δ., εκ των πραγμάτων, μετακινεί το κέντρο βάρους της κριτικής της, αφού ο κ. Τσίπρας ολοκλήρωσε την πρώτη αξιολόγηση. Οπως αναφέρουν επιτελείς του προέδρου του κόμματος Κυριάκου Μητσοτάκη, πλέον ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να εμφανίζεται ούτε ως «αντιμνημονιακός» αλλά ούτε ως σκληρός διαπραγματευτής, αφού τόσο ο πρώτος –πέρυσι το καλοκαίρι– όσο και ο δεύτερος γύρος συνομιλιών με την τρόικα ολοκληρώθηκαν με εξαιρετικά επώδυνα μέτρα. Επίσης, κατά τη Συγγρού, ο τρόπος με τον οποίον συγκροτήθηκε το νέο ταμείο αποκρατικοποιήσεων αλλά και το εύρος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνει σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποστηρίξουν την εικόνα του κ. Τσίπρα ως «μεταρρυθμιστή».

Από την άλλη πλευρά είναι επίσης σαφές ότι η ολοκλήρωση της συμφωνίας και η ψήφισή της από τη Βουλή σηματοδοτούν την ουσιαστική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και τη σταδιακή στροφή του προς το κέντρο του πολιτικού φάσματος.

Πάντως, μετά τη διάψευση όλων των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει την τελευταία πενταετία, ο ΣΥΡΙΖΑ επενδύει, πλέον, σχεδόν αποκλειστικά στην προοπτική σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας, μέσω της σταθεροποίησης του οικονομικού κλίματος, των αποκρατικοποιήσεων και της ενίσχυσης της ρευστότητας στην αγορά. Ομως είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν η όποια βελτίωση των οικονομικών δεικτών –που μένει να αποδειχθεί κατά πόσον θα επέλθει– μπορεί να αντισταθμίσει το μεγάλο πολιτικό κόστος από τη δέσμη των εισπρακτικών μέτρων του τελευταίου μήνα, καθώς στις δημοσκοπήσεις καταγράφεται σχεδόν συνολική απόρριψη των νέων μέτρων.

Μάλιστα, η περαιτέρω στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, ως φαίνεται, διχάζει ακόμη και τα κορυφαία στελέχη του κόμματος. Για παράδειγμα, στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπάρχουν δύο σχολές σκέψης: Σύμφωνα με την πρώτη, η ρύθμιση για το χρέος πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί προτεραιότητα του πρωθυπουργού. Κατά τη δεύτερη, είναι ήσσονος σημασίας, καθώς δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ανάταξη του πολιτικού κλίματος και η κυβέρνηση πρέπει να αλλάξει άρδην τη ρητορική και την ατζέντα της, προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ να καλύψει τη διαφορά που τον χωρίζει από τη Ν.Δ. στις δημοσκοπήσεις.