ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΣΥΡΙΖΑ: αυτοκριτική εκ των υστέρων

syriza-aytokritiki-ek-ton-ysteron-2141895

Στοιχεία έντονης αυτοκριτικής για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 μέχρι την ανάληψη της εξουσίας και όσα συνέβησαν πριν και μετά το καλοκαίρι του 2015, περιλαμβάνονται στα κείμενα του προσυνεδριακού διαλόγου που δημοσιοποιεί η Κεντρική Επιτροπή (Κ.Ε.) του κόμματος, ενόψει του συνεδρίου της Κουμουνδούρου το ερχόμενο φθινόπωρο. Στις 52 σελίδες των κειμένων θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ εκτιμάται, σε γενικές γραμμές, ότι πριν από τον Ιανουάριο του 2015, πρακτικά το κόμμα είχε εφησυχασθεί αναμένοντας απλώς την πτώση της προηγούμενης κυβέρνησης, ενώ αναγνωρίζεται πως οι συζητήσεις που έγιναν στην Κουμουνδούρου για τον τρόπο με τον οποίο θα πορευθεί η κυβέρνηση στην Ευρώπη, ήταν περιορισμένες «στα ζητήματα του νομίσματος». Ενώ, παράλληλα, υπήρχε πλήρης απουσία κάθε αίσθησης για τους πραγματικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη. Εκτιμάται, επιπλέον, ότι θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί το εύρος της διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ τον προηγούμενο Ιούλιο και Αύγουστο, ενώ στην πρόταση του νέου καταστατικού υπάρχουν αρκετές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του κόμματος. Το κείμενο καταλήγει με 26 προγραμματικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για το επόμενο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα, ως προς την περίοδο πριν από τον Ιανουάριο του 2015, τονίζεται ότι η κομματική αντιπαράθεση «εστιάστηκε προπάντων στα ζητήματα του νομίσματος, παράγοντας μια σειρά από αρνητικά αποτελέσματα συνολικά για την πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό των οργανώσεων». Παράλληλα, αναφέρεται ότι λόγω της προσήλωσης σε αυτή τη συζήτηση «η εναλλακτική πρόταση που προέκυπτε απέναντι στο μνημονιακό πρόγραμμα εμφανιζόταν να συγκροτείται στη βάση ενός σχεδίου νομισματικής υποτίμησης ως κίνηση που θα συνέβαλλε ουσιαστικά στην ανάπτυξη». Αφήνεται, σαφώς, να εννοηθεί ότι κάτι τέτοιο μάλλον δεν ήταν αρκετό λόγω έλλειψης χαρακτηριστικών «καθολικότητας» στην τελική πρόταση που διατύπωνε ο ΣΥΡΙΖΑ. Επιπλέον, ασκείται κριτική για την αδυναμία σύνθεσης μεταξύ των συνιστωσών που συναπάρτιζαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η κατάσταση, «παροξύνθηκε», όπως αναφέρεται, μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Ιουλίου του 2015, λόγω του «ανταγωνισμού των διαφορετικών σχεδίων που υπήρχαν στο κόμμα». Για την περίοδο προ του 2015 τονίζεται ακόμη ότι «μεγάλο μέρος του κόμματος και της ηγεσίας» είχε επαναπαυθεί στην ιδέα ότι «η πορεία προς την εξουσία θα ήταν μια σχετικά εύκολη υπόθεση».

Για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2015 και έπειτα, υπάρχει η αποδοχή ότι η κυβέρνηση αναζήτησε «ανεπιτυχώς» εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης της χώρας από το εξωτερικό, ενώ προχώρησε σε capital controls για να διασφαλίσει «τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος και τις καταθέσεις των πολιτών». Η Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για «αδικαιολόγητη υποτίμηση κρίσιμων παραγόντων». Σε αυτούς απαριθμεί, μεταξύ άλλων, την έλλειψη αίσθησης του πολιτικού χρόνου, αλλά και τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Τονίζεται, επιπλέον, ότι η κυβέρνηση δεν είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων, καθώς «η στάση πληρωμών, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, αλλά και το Δημοψήφισμα» δεν ήταν στοιχεία ενός «δικού μας σχεδιασμού» (sic), αλλά «ύστατη γραμμή άμυνας απέναντι στην οικονομική ασφυξία». Σύμφωνα με την Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να συνεχιστεί η «μονομερής νομοθετική παρέμβαση» (π.χ. νόμος για ανθρωπιστική κρίση και 100 δόσεις), ενώ ασκείται κριτική για την κυβερνητική απραξία κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν είχε ενταθεί η φυγή κεφαλαίων από τις ελληνικές τράπεζες. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και να νομοθετήσει πολιτικές που περιλαμβανόταν στον σχεδιασμό του. Σύμφωνα με την Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ μετά το Δημοψήφισμα του Ιουλίου η κυβέρνηση «ήρθε αντιμέτωπη με ένα εκβιαστικό δίλημμα», το οποίο περιγράφεται από τους συγγραφείς του κειμένου ως «Μνημόνιο, είτε με ευρώ είτε με δραχμή ή άτακτη χρεοκοπία».

26 «τομές»

Στο κείμενο θέσεων περιλαμβάνονται και 26 προγραμματικές «τομές» που διεκδικεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η πρώτη αφορά τον «μετασχηματισμό του κράτους» και τη «δημοκρατική επαναθέσμιση του πολιτικού συστήματος. Γίνεται σαφώς λόγος για «ενίσχυση του ρόλου των αιρετών συλλογικών οργάνων της λαϊκής κυριαρχίας», κάτι που απέχει παρασάγγας από την άποψη περί ανάγκης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη βάση. Με δεδομένο ότι «έχει απολεσθεί η δυνατότητα να αναλάβει το Δημόσιο άμεσα τον έλεγχο των τραπεζών», προτείνεται «η ανάπτυξη ενός παράλληλου τραπεζικού συστήματος, δημόσιου και συνεταιριστικού, τόσο στη γενική τραπεζική όσο και με τράπεζες ειδικού σκοπού».