ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Νότια Σινική Θάλασσα και η Ελλάδα

i-notia-siniki-thalassa-kai-i-ellada-2142911

Δεν αφορά άμεσα την Ελλάδα η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου στη μονομερή προσφυγή των Φιλιππίνων έναντι της Κίνας, για τις δραστηριότητες της δεύτερης στη Νότια Σινική Θάλασσα. Τουλάχιστον, φαινομενικά.

Ο τρόπος με τον οποίο αποφάσισε το Δικαστήριο, όμως, επαναφέρει τους ενδοιασμούς που είχε η Αθήνα το 2014 για το αν τελικά ένα διεθνές δικαστήριο θα ήταν το καλύτερο φόρουμ για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο, εφόσον βέβαια Ελλάδα και Τουρκία θα συμφωνούσαν σε σχετικό συνυποσχετικό. Τότε, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», είχαν αναζητηθεί γνώμες από διεθνείς εμπειρογνώμονες για τους τρόπους επίλυσης, ενώ είχε εξεταστεί το ενδεχόμενο προσφυγής σε διαιτησία ή ακόμη και σε απευθείας διμερή διαπραγμάτευση με την Αγκυρα.

Κι αυτό διότι, παρά την παγιωμένη πλέον πεποίθηση στην κοινή γνώμη ότι το Διεθνές Δίκαιο είναι μόνο με το μέρος της Ελλάδας και η Χάγη είναι πανάκεια που θα δικαιώσει τη χώρα, δίνοντας πλήρη επήρεια των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες, η πραγματικότητα και η μέχρι σήμερα νομολογία είναι πολύ πιο περίπλοκη. Σύμφωνα με το παρασκήνιο που αποκαλύπτει η «Κ», μια απόφαση της Χάγης θα μπορούσε να έχει συνέπειες στην επήρεια του Καστελλόριζου και πιθανόν να εγκλώβιζε ορισμένα νησιά του ανατολικού Αιγαίου με ποσοστά τουρκικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ.

Ηταν το 2014, όταν η εντολή που δόθηκε από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Βαγγέλη Βενιζέλο στην ομάδα των διερευνητικών επαφών για το Αιγαίο ήταν να παραμεριστεί το θέμα της επιλεκτικής επέκτασης των χωρικών υδάτων που συζητείτο μέχρι τότε. Το πολιτικό σκεπτικό ήταν προφανές: η κυβέρνηση επιχειρούσε να αποφύγει το καυτό πολιτικά θέμα της επιλεκτικής επέκτασης των χωρικών υδάτων πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για την υφαλοκρηπίδα. Αντ’ αυτού, η Αθήνα πρότεινε να εστιαστεί η άτυπη συζήτηση στο πλαίσιο των διερευνητικών στη διερεύνηση των δυνατοτήτων οριοθέτησης, εξετάζοντας το σχετικό νομικό πλαίσιο. Η εξέλιξη δεν βρήκε την τουρκική πλευρά αντίθετη. Αυτό σήμαινε ότι και η Αγκυρα θα δεχόταν την επέκταση των συζητήσεων και για την ανατολική Μεσόγειο. Το επόμενο βήμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι η συζήτηση αφενός μεν για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, αφετέρου δε για συνυποσχετικό, εφόσον η διαπραγμάτευση αυτή δεν κατέληγε σε συμφωνία.

Η αλλαγή του πλαισίου συζήτησης οδήγησε την Αθήνα στην αναζήτηση του βέλτιστου τρόπου επίλυσης, είτε δικαστικώς είτε με διαπραγμάτευση, αναζητώντας παράλληλα και σχετικές γνωμοδοτήσεις από διεθνείς ειδικούς σχετικά με το θέμα. Το βασικό ερώτημα ήταν πώς θα επηρέαζε την όποια συζήτηση για την οριοθέτηση το γεγονός ότι πλέον οι δύο πλευρές θα ξεκινούσαν τη συζήτηση χωρίς να έχει οριστικοποιηθεί το εύρος των χωρικών υδάτων. Σημεία βάσης για την ελληνική πλευρά θα ήταν τα ανατολικά νησιά. Σύμφωνα με μια από τις γνώμες που εκφράστηκαν από αναγνωρισμένο ειδικό, με βάση τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, δεν ήταν σαφές αν το Καστελλόριζο θα θεωρείτο συνέχεια των Δωδεκανήσων.

Κι αυτό διότι όσον αφορά την οριοθέτηση έχουν αναπτυχθεί ορισμένες εννοιολογικές «γκρίζες ζώνες» γύρω από το ζήτημα των αρχών οριοθέτησης. Αυτές δεν πρέπει να συγχέονται με την τουρκική θεωρία περί «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Αφορούν μια περίεργη συνδυαστική εφαρμογή που προσπαθεί να συμβιβάσει δύο διαφορετικά καθεστώτα, αυτό του βυθού με αυτό της υδάτινης στήλης. Δεν εξετάστηκε κατά πόσον μια τέτοια διαπραγμάτευση θα ήταν δυνατόν να καταλήξει σε κάτι ουσιαστικό.

Οπως επίσης, σε συνέχεια γνώμης του ίδιου ειδικού αναζητήθηκαν και άλλες δυνατότητες, όπως είναι η οριοθέτηση ακόμη και με ασάφεια περιοχών, ή οριοθετήσεις με παράλληλη αναγνώριση ειδικού καθεστώτος στην Τουρκία. Οι γνώμες αυτές δεν ακολουθήθηκαν εκ των πραγμάτων. Κι αυτό διότι η ελληνική στρατηγική επιμένει στη μέθοδο της μέσης γραμμής, κάτι που το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης υποβάλλει ενίοτε σε προσαρμογές λόγω γεωγραφίας. Αλλά είναι επίσης αδύνατον να διασφαλιστεί ποια θα μπορούσε να είναι μια απόφαση αν εξέταζε την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου.

Ενα παρεμφερές ζήτημα είναι ότι το δικαστήριο για να προβεί σε οριοθέτηση δεν θα παραβλέψει κανένα από τα νησιά που υπόκεινται σε ελληνική κυριαρχία. Αυτό που δεν είναι γνωστό, είναι πώς ακριβώς ένα διεθνές δικαστήριο θα χαράξει τελικά τη γραμμή, όταν σε πολλές υποθέσεις έχει μεταχειριστεί νησιά μειώνοντας την επήρειά τους. Πάντως, ο κανόνας της σύμβασης που επιβάλλει την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας είναι εθιμικό δίκαιο και δεσμεύει και την Τουρκία, ανεξαρτήτως του ότι ακόμα δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Τη διάσταση αυτή, εξάλλου, φρόντισε να υπενθυμίσει σε δήλωσή του για την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου για τη Νότια Σινική Θάλασσα ο Νίκος Κοτζιάς. Ο υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι ορθώς στην ανακοίνωση της Ε.Ε. υπογραμμίζονται η σημασία και ο ρόλος του Διεθνούς Δικαίου και, ειδικότερα, της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ φωτογράφισε την Τουρκία, σημειώνοντας ότι όλα τα υποψήφια προς ένταξη κράτη οφείλουν να αποδέχονται ρητά τη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ και να προσχωρούν σε αυτήν.

Το «μαύρο κουτί» των διερευνητικών επαφών

Τον Ιούνιο του 2011 Αθήνα και Αγκυρα έφθασαν μια ανάσα από συμφωνία σε ένα πλαίσιο αρχών. Ο πολιτικός αναβρασμός που ακολούθησε τόσο στην Ελλάδα με τη μετέωρη το καλοκαίρι των Αγανακτισμένων κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, όσο και στην Τουρκία με αφορμή ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση, ανέβαλαν την όποια συμφωνία. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», σε εκείνο το κείμενο υπήρχε ρητή αναφορά ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας θα γινόταν με βάση ένα οριστικοποιημένο εύρος χωρικών υδάτων (προφανώς με επιλεκτική επέκταση).

Το πλαίσιο άλλαξε το 2014, όταν η ελληνική πλευρά παρέκαμψε τη συζήτηση για την επιλεκτική επέκταση των χωρικών υδάτων, διερευνώντας πιθανότητες οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας –περιλαμβανομένης της ΑΟΖ– για την οποία η τουρκική πλευρά φάνηκε να μην είχε αντίρρηση. Κι αυτό διότι δεν είχε κατά νουν της το Αιγαίο, αλλά την ανατολική Μεσόγειο, περιοχή όπου μάλλον προσδοκά μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με την Ελλάδα.

Ερωτήματα

Ομως ορισμένα ερωτήματα θα παρέμεναν. Διότι μια οριστικοποίηση εύρους στην αιγιαλίτιδα ζώνη είναι πιθανόν να συμπαρέσυρε και τυχόν αλλαγές στο εύρος του εναέριου χώρου, δεδομένου ότι το εύρος αιγιαλίτιδας ζώνης είναι αυτό που καθορίζει και τον υπερκείμενο εναέριο χώρο, καθώς και την υδάτινη στήλη. Θεωρητικά, εφόσον το εύρος των χωρικών υδάτων δεν θα αποτελούσε θέμα συζήτησης, το ζήτημα του εναέριου χώρου θα παρέμενε ως εστία έντασης στις σχέσεις των δύο χωρών, εκτός αν γινόταν κάποια άλλη συνεννόηση. Οπως και να είχε, η Ελλάδα θα διατηρούσε το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων πέραν των 6 ναυτικών μιλίων, αλλά θα μπορούσε να το ασκήσει μόνο πάνω στη δική της ζώνη μετά την οριοθέτηση.

Ετερο ερώτημα αφορούσε τις «γκρίζες ζώνες». Αν δηλαδή το ζήτημα θα αιωρείτο στον βαθμό που υπάρχει στη μνήμη της τουρκικής διπλωματίας. Αν και δεν θα ετίθετο θέμα κυριαρχίας όσον αφορά στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, εντούτοις αμφισβήτηση θα μπορούσε να προκληθεί από την πλευρά της Τουρκίας για ορισμένες, κατά την άποψή της, γκρίζες ζώνες. Ερώτημα ακόμη παρέμενε ποια θα ήταν τα επόμενα βήματα αν συμφωνείτο στις διερευνητικές ένα κείμενο συνυποσχετικού, το οποίο στη συνέχεια θα έπρεπε να συνομολογηθεί. Δηλαδή, αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα έπρεπε να πάρει τον δρόμο έγκρισης από τη Βουλή με ό,τι συνεπαγόταν αυτό πολιτικά.

Με την αλλαγή κυβέρνησης και την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, το πλαίσιο συζήτησης στις διερευνητικές άλλαξε. Η συζήτηση επανήλθε στα προ του 2014 επίπεδα για επιλεκτική επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων. Οι συζητήσεις φαίνεται να άρχισαν φιλόδοξα, αλλά μέχρι στιγμής έχουν πραγματοποιηθεί μόνο δύο συναντήσεις των εκατέρωθεν ομάδων.