ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Περιουσία και ανάπτυξη

Περιουσία και ανάπτυξη

Αργότερα ή γρηγορότερα, από την κατάρρευση της αστικής τάξης και την πτώχευση της χώρας μας θα αναδυθεί επιτακτικά το αίτημα για μια νέα συνταγματική τάξη. Τότε οι Ελληνες συνταγματολόγοι και τα πολιτικά κόμματα εξουσίας θα κληθούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Προκειμένου να συμβάλουν στην έξοδο από το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει, πρέπει να ξεχάσουν τους παραδοσιακούς τρόπους σκέψης και πολιτικής πρακτικής και να εισαγάγουν ρυθμίσεις μέσα από τις οποίες η προσπάθεια για την ανόρθωση της χώρας θα περάσει ως κύρια ευθύνη από το κράτος στους πολίτες. Ο λόγος είναι ότι, μόνο αν το κράτος περιοριστεί στις κλασικές του αρμοδιότητες, δηλαδή στη θεμελίωση και στην τήρηση των κανόνων για μια ελεύθερη κοινωνία και οικονομία, μόνο τότε μπορούμε να ελπίζουμε οι Ελληνες στην Ελλάδα να αξιοποιήσουμε τις μεγάλες δυνατότητες που διαθέτουμε, όπως το κάνουν με τόση λαμπρή επιτυχία οι Ελληνες της διασποράς και της τρανής ποντοπόρου ναυτιλίας.

Στην τελευταία κατεύθυνση τίποτε δεν μπορεί να συμβάλει ποιο γρήγορα και αποτελεσματικά από την επιστροφή σε ένα θεσμικό καθεστώς στο οποίο τα περιουσιακά δικαιώματα θα διασφαλίζονται μέσω νόμων και μηχανισμών απέναντι στους οποίους το συμφέρον των πολιτών ως ατόμων θα προηγείται εκείνου του συμφέροντος του Δημοσίου. Το αληθές αυτής της πρότασης επιβεβαιώνεται από πλείστες παλαιές και σύγχρονες εμπειρίες του έθνους μας. Για παράδειγμα, η πόλις της Αθήνας, όπου κατά την κλασική περίοδο υπήρχε απόλυτη προστασία της περιουσίας, έφθασε στον κολοφώνα του πλούτου και της δόξας της.

Αντιθέτως, σήμερα ζούμε τις συνέπειες μιας πτώχευσης η οποία συνοδεύεται από πρωτοφανείς απώλειες πλούτου και εθνικής κυριαρχίας. Είναι αυτό που μας συνέβη άσχετο με τους καινοφανείς περιορισμούς στα περιουσιακά δικαιώματα που εισήχθηκαν πρώτη φορά με το άρθρο 106 του Συντάγματος του 1975 και πολλαπλασιάστηκαν με το δαιδαλώδες παράγωγο δίκαιο που δημιουργήθηκε έκτοτε; Κάθε άλλο.

Εξαιτίας της μεγάλης ανατροπής στα περιουσιακά δικαιώματα που συνέβη το 1975 και συνεχίστηκε καθ’ όλη τη μεταπολίτευση, οι Ελληνες παύσαμε να αποταμιεύουμε και να επενδύουμε όπως στο παρελθόν. Αυτό ήταν λογικό γιατί οι συνταγματολόγοι, οι πολιτικοί, οι οικονομολόγοι και οι άλλοι ειδικοί της πτώχευσης επιδόθηκαν μετά μανίας στην αποψίλωση των ιδιοκτητών από τα δικαιώματά τους τόσο επί της περιουσίας τους όσο και επί των εισοδημάτων από την εκμετάλλευσή της. Το αποτέλεσμα ήταν απολύτως αναμενόμενο. Αλλά όσοι λίγοι προειδοποιούσαμε περί αυτού, αποκηρυχθήκαμε κοινωνικά ως αποδιοπομπαίοι γιατί είχαμε το μίασμα του «νεοφιλελευθερισμού».

Αν λοιπόν απομένουν «ειδικοί» που εξακολουθούν να αμφιβάλλουν για την ευθεία και αδιαμφισβήτητη σχέση μεταξύ του βαθμού της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ανάπτυξης, που τόσο έχουμε ανάγκη για να μην φτωχύνουμε ακόμη περισσότερο, δεν έχουν παρά να συμβουλευτούν τους σχετικούς συγκριτικούς δείκτες που δημοσιεύουν διάφοροι διεθνείς οργανισμοί και κέντρα έρευνας, όπως π.χ. το Ινστιτούτο Fraser. Θα διαπιστώσουν ότι από την άποψη της προστασίας της περιουσίας η χώρα μας κατέβηκε στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης και σήμερα βρίσκεται παρέα με χώρες όπως η Μολδαβία, η Ρουμανία, η Ουκρανία και η Βουλγαρία. Ισως μεταμεληθούν.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται να αντιδράσουμε αποφασιστικά και το ερώτημα είναι τι κάνουμε. Δεν έχω καμία επιφύλαξη να πω ότι: (α) το άρθρο 106 δεν έχει θέση στη συνταγματική τάξη μιας ελεύθερης κοινωνίας και πρέπει να καταργηθεί, (β) το άρθρο 17, το οποίο υπήρχε στο Σύνταγμα του 1952, πρέπει να αναδιατυπωθεί με λιγότερες λέξεις και χωρίς αναφορές σε γενικούς, ασαφείς και αόριστους όρους, (γ) στο θέμα των απαλλοτριώσεων το Δημόσιο πρέπει να υποχρεώνεται σε καταβολή μη επιστρεφόμενου αρραβώνος ανάλογου της τεκμαρτής αξίας της προς απαλλοτρίωση περιουσίας, και (δ) όλα τα θέματα που αφορούν στην εκτίμηση και στην κατανομή του κόστους των εξωτερικοτήτων που δυνητικά δημιουργούνται από την εκμετάλλευση της περιουσίας εκ μέρους των πολιτών να αφεθούν στην κρίση των δικαστηρίων. Το τελευταίο αυτό σημαίνει ότι διατάξεις στο πνεύμα πως «η εκμετάλλευση της περιουσίας δεν επιτρέπεται να γίνεται εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος» είναι αυθαίρετες και αντιβαίνουν στην κυριαρχία των πολιτών στη Δημοκρατία.

Επιπλέον, και μάλιστα ήσσονος σημασίας είναι οι άμεσες διατάξεις για την προστασία της περιουσίας δεν πρέπει να αναιρούνται από άλλες ετερόκλητες διατάξεις από τις οποίες βρίθει το Σύνταγμα του 1975. Για παράδειγμα, μάλλον λίγοι συνταγματολόγοι υποπτεύονται ότι το δικαίωμα των δημόσιων υπαλλήλων στην απεργία μπορεί να επιδρά περιοριστικά στην άσκηση των περιουσιακών δικαιωμάτων εκ μέρους των πολιτών. Εντούτοις, επιδρά και κατά περίπτωση μπορεί να θεμελιώνει ακόμη και αξιώσεις για αποζημιώσεις των ιδιωτών που θίγονται εκ μέρους του Δημοσίου.

Τελικά, αν κάτω από την πίεση της πτώχευσης γίνει εφικτή μια συνταγματική αναστροφή προς την πιο πάνω κατεύθυνση, ίσως οι θυσίες να μην πάνε χαμένες. Οπερ και εύχομαι.

* O κ. Γεώργιος Κ. Μπήτρος είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.