ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Tέλος από Παρασκευόπουλο στα σενάρια μεταβολής του ορίου ηλικίας των δικαστών

telos-apo-paraskeyopoylo-sta-senaria-metavolis-toy-orioy-ilikias-ton-dikaston-2156917

Οποιαδήποτε μεταβολή του ορίου ηλικίας ως προς τη συνταξιοδότηση των δικαστικών λειτουργών «δεν είναι δυνατή», καθώς υπάρχουν ρητοί συνταγματικοί περιορισμοί, δήλωσε νωρίτερα σήμερα στη Βουλή ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Ν.Παρασκευόπουλος, κλείνοντας έτσι μια συζήτηση που άρχισε προσφάτως με την ευκαιρία συνάντησης που είχε ο πρωθυπουργός με τους επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων στο μέγαρο Μαξίμου.

Το θέμα έθεσε στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοβουλευτικού ελέγχου με ερώτησή του ο βουλευτής του Ποταμιού Ι.Φωτήλας. «Η διάταξη του άρθρου 88 παράγραφος 5 του Συντάγματος είναι καθαρή και νομίζω ότι δεν είναι δυνατή η οποιαδήποτε μεταβολή του ορίου ηλικίας στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος. Εγώ έχω καταλάβει τις σκέψεις για συζήτηση του θέματος ότι αφορούν μια συνταγματική αναθεώρηση, η οποία υπάρχει πλέον στον ορίζοντα», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Παρασκευόπουλος.

Οπως ήταν φυσικό, η παρουσία του κ. Παρασκευόπουλου στο Κοινοβούλιο, σε μια συγκυρία που ο δημόσιος διάλογος σχεδόν μονοπωλείται από αναφορές στην ύπαρξη ή μη παρεμβάσεων της εκτελεστικής στην δικαστική εξουσία, αξιοποιήθηκε προκειμένου να γίνουν σχετικές συζητήσεις και στην Ολομέλεια. Κατ’ αρχήν, αξιοσημείωτο είναι πως σε απάντηση πρόσκλησης του κ. Χρ.Κατσώτη (ΚΚΕ) να σχολιάσει απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου επί συνδικαλιστικού θέματος, ο κ. Παρασκευόπουλος εμφανίστηκε να δηλώνει με τρόπο κατηγορηματικό πως επιθυμεί να αποφύγει οποιαδήποτε δήλωση ή ενέργεια που θα μπορούσε να εκληφθεί ως παρέμβαση στην Δικαιοσύνη: «Μου ζητάτε να τοποθετηθώ με έναν τρόπο ο οποίος θα προσβάλει ωμά την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Δεν μπορώ καθόλου να σχολιάσω δικαστική απόφαση –αυτό άλλωστε μου το επιβάλλει το Σύνταγμα αυτήν τη στιγμή. Αυτό το οποίο θέλω και ελπίζω είναι σε όλη τη διάρκεια της θητείας μου ποτέ να μην παρεκτραπώ και να μην παρέμβω στη δικαιοσύνη» τόνισε με έμφαση.

Λίγο αργότερα, πάντως, και με αφορμή επισήμανση του κ. Α.Λοβέρδου (Δημ.Συμπαράταξη) για τις εξελίξεις περί το πρόσωπο δικαστικού-μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, εξηγώντας τις κινήσεις του ο υπουργός Δικαιοσύνης ανέφερε επαναλαμβάνοντας πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του εκτός Βουλής:

«Η υπόθεση είχε τεθεί υπόψη μου και επισήμως από δικαστική αρχή τον Νοέμβριο του 2015. Τότε απευθύνθηκα και στον Πρόεδρο του ΣτΕ και στην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου με ένα έγγραφο το οποίο έλεγε ότι προς το παρόν υπάρχει μόνο ένα έγγραφο, το οποίο πιθανώς –αλλά μάλλον προφανώς-  είναι προϊόν υποκλοπής, δηλαδή παρανόμως κτηθέν αποδεικτικό μέσο και επιπλέον δεν έχει κοινοποιηθεί με τέτοια ευρύτητα το γεγονός, ώστε να έχει προκύψει σκάνδαλο στη Δικαιοσύνη ή να έχει προκύψει η ευρύτερη προσβολή των προσωπικών δεδομένων του «καταγγελλομένου», ας το πω έτσι εντός εισαγωγικών.

Αυτό θα γινόταν εάν τότε έκανα μια πειθαρχική κίνηση που να καλύπτει και την προκαταρκτική πειθαρχική και την πειθαρχική δίωξη. Επομένως, δεν έκανα τίποτα με το έγγραφο που είχα στα χέρια μου. Και, ξέρετε, δεν ήταν και εύκολη η απόφαση.

Όταν δημοσιοποιήθηκε το θέμα από πολλές πλευρές, ακόμα και από Βουλευτή, αλλά ακόμα και από αρθρογραφία η οποία δεν στηριζόταν αποκλειστικά σε αυτό το θέμα, αλλά συσχέτιζε διάφορα στοιχεία, τότε ούτε υπήρχε θέμα αποφυγής ενός σκανδάλου στη Δικαιοσύνη –διότι αυτό είχε ήδη δημιουργηθεί- ούτε υπήρχε θέμα προσβολής προσωπικών δεδομένων, διότι αυτά είχαν ήδη κοινοποιηθεί.

Και βεβαίως δεν στηρίχθηκα στο κείμενο το οποίο είχε δημοσιοποιηθεί, αλλά σε άλλες πηγές, όπως σας είπα, οι οποίες είχαν κυκλοφορήσει τότε, όπως γνωρίζετε. Και έκανα μία κίνηση η οποία μου ήταν δύσκολη. Πρόσεξα, όμως, στο κείμενο της παραγγελίας μου να είναι σαφές ότι δεν αναφέρεται καθόλου στην ιδιωτική ζωή.
Νομίζω ότι είχα υποχρέωση να ενεργήσω όχι με βάση τη σκοπιμότητα πότε είναι κατάλληλος χρόνος και πότε όχι, αλλά με βάση τη νομιμότητα. Τη στιγμή που υπήρχαν οι όροι για την άσκηση μίας πειθαρχικής προκαταρκτικής, όφειλα να το κάνω».