ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Κάποιοι δημοκράτες είναι πιο ίσοι…

mdf30315_3078525

Οι δηλώσεις του Αδώνιδος Γεωργιάδη περί φυλακίσεων των κομμουνιστών έδωσαν τροφή για πολλαπλό σχολιασμό, με κυριότερο τον ποιοτικό διαχωρισμό του αντιφασίστα και του αντικομμουνιστή – ο πρώτος ως αποδεκτός και σχεδόν ταυτόσημος με την Αριστερά και ο δεύτερος ως επιεικώς απαράδεκτος και ταυτιζόμενος με το μαύρο της Ακροδεξιάς.

Στόχος του παρόντος δεν είναι να ασχοληθεί με τις δηλώσεις του αντιπροέδρου της Ν.Δ. Εξάλλου, ο ίδιος ανασκεύασε και το κόμμα του τα «μάζεψε». Στην πέριξ των δηλώσεών του κουβέντα, όμως, εντοπίζεται η αληθινή μάχη μεταξύ του ελληνικού και του παγκόσμιου παραδείγματος και ίσως αποκαλύπτεται η ρίζα του ηθικού πλεονεκτήματος της (κομμουνιστικής) Αριστεράς, για την οποία επίμονα και δικαίως κατηγορούμε τον ΣΥΡΙΖΑ και, ενίοτε, το ΚΚΕ.

Πράγματι, μετά τον Εμφύλιο, που, ως τέτοιος, «όφειλε» να είναι ειδεχθής και αιμοσταγής, η ελληνική Κομμουνιστική Αριστερά δεν μετήλθε βίαιες συμπεριφορές, εκτός κι αν διαπράξουμε το ιστορικό λάθος να εντάξουμε σε αυτήν οργανώσεις τύπου 17Ν και τα συναφή. Το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, που ενοχικά βιώνουν κάποιοι εκ δεξιών της και ναρκισσιστικά οι θιασώτες της, προήλθε από την ενδοκειμενική ανάγνωση της ελληνικής περίπτωσης – μετά τον Εμφύλιο, ο κομμουνιστής στην Ελλάδα είναι ταυτόσημος με τον Νίκο Μπελογιάννη, όχι με τον Ιωσήφ Στάλιν.

Στην Ελλάδα, δεν έχουμε εικόνα του κομμουνιστικού στρατοπέδου, ενώ «κληρονομικώς» φέρουμε έντονα τα στοιχεία του αντιφασισμού με τις πολλές εκφάνσεις του. Δεν είχαμε μια τέτοια, κομμουνιστική, ελληνική περίπτωση. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι δεν έχουμε ελληνικό παράδειγμα, άρα απαλύνεται εντός μας το αίσθημα του αντικομμουνισμού και θρέφεται αυτό του αντιφασιστικού ως ψυχικώς ευκολότερο.

Το παιχνίδι το έχασε ο αντικομμουνιστής έναντι του αντιφασίστα όταν μετατοπίστηκε το παράδειγμα το ενός πέρα από του άλλου – ο αντικομμουνιστής βλέπει τη μεγάλη, διεθνή εικόνα· ο αντιφασίστας προσκολλάται στο ελληνικό παράδειγμα. Ετσι, ο αντιφασίστας χαίρει πλήρους αποδοχής, την ίδια στιγμή που ο αντικομμουνιστής οφείλει να εξηγήσει τη στάση του, προσπαθώντας να πείσει τον συνομιλητή του ότι η περιφερειακή Ελλάδα δεν είναι το κέντρο του κόσμου, πόσω μάλλον του αιμοσταγούς κομμουνιστικού απανταχού της Γης.

Είναι να μένει κανείς άναυδος από τον αφελή –και τρομακτικά ανιστόρητο– μεγαλοϊδεατισμό ότι το παράδειγμα της Ελλάδας θα ήταν το «σωστό», ενώ δεν μας περνάει καν από το μυαλό ότι αντιφασίστας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αριστερός και αντικομμουνιστής δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην φασίστας.

Η δημοκρατία, όμως, έχει και πάλι τις απαντήσεις: κανείς δεν διώκεται για τις ιδέες του, παρά μόνον για τις –εγκληματικές– πράξεις του. Αν, τώρα, χρειάζεται να εμβαθύνουμε, θα κουραστούμε – και πού να μετράς τα θύματα, ας πούμε, το Πολ Ποτ. Θέλει υπομονή η δημοκρατία. Και σύγκρουση με την πραγματικότητα – τη δική μας και των άλλων.