ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ντόναλντ Τραμπ, «θολή» η επόμενη μέρα

ntonalnt-tramp-tholi-i-epomeni-mera-2171321

Θολό είναι το σκηνικό της επόμενης μέρας στις σχέσεις των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο, λίγες ώρες μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ. Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μετά τις απαξιωτικές αναφορές του νέου ηγέτη της υπερδύναμης στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο ΝΑΤΟ, την υποστήριξή του στο Brexit και τη δήλωσή του ότι εμπιστεύεται εξίσου την Αγκελα Μέρκελ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, επικρατεί έντονη ανησυχία.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, σε μια περίοδο παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας, τεκτονικών αναταράξεων στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και νέων συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο, υπάρχουν πολλές άγνωστες παράμετροι που γεννούν ανησυχίες, αλλά προσφέρουν και ευκαιρίες. Για την Αθήνα, που έχει στον πυρήνα της πολιτικής της το διεθνές δίκαιο, προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ο νέος Αμερικανός πρόεδρος δεν τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό για διεθνείς οργανισμούς όπως τα Ην. Εθνη, αλλά και περιφερειακούς όπως η Ε.Ε., ή ακόμη και το ΝΑΤΟ, και προτάσσει τον «νόμο του ισχυρού».

Ακόμη και στο πεδίο της οικονομίας, η κυβέρνηση Τραμπ αναμένεται να τηρήσει αποστάσεις από τον παρεμβατικό ρόλο του ΔΝΤ, αλλά και γενικότερα την εμπλοκή στο «ελληνικό ζήτημα», εξέλιξη αρνητική σε σχέση με την περίοδο Ομπάμα όπου η αμερικανική επιρροή υπήρξε υποστηρικτική της Ελλάδας.

Οι Ελληνοαμερικανοί

Από την άλλη, Ελλάδα και Κύπρος προσβλέπουν στον ρόλο της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και στην επιρροή συγκεκριμένων μελών της που βρίσκονται κοντά στο νέο πρόεδρο –κυρίως του προσωπάρχη του Λευκού Οίκου, Ρέινς Πρίμπους, και του συμβούλου του δημοσίων σχέσεων, Τζορτζ Τζιτζίκος– ενώ ελπίζουν σε γεωπολιτικά οφέλη από τη διαφαινόμενη ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με την απρόβλεπτη συμπεριφορά και την αντιδυτική ρητορική του Ταγίπ Ερντογάν.

Η γεωγραφία και οι υπάρχουσες στρατιωτικές υποδομές στην ελληνική επικράτεια, με προεξάρχουσα τη βάση της Σούδας, επιτρέπουν στη χώρα να εμφανίζεται ως στρατηγικής σημασίας εταίρος σε μια περιοχή όπου η κυβέρνηση Τραμπ αναμένεται να αναπτύξει έντονη δράση, με κύριο άξονα την καταπολέμηση της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Ωστόσο, άγνωστο παραμένει το αν θα επιλέξει ο νέος Αμερικανός πρόεδρος να «αξιοποιήσει» την Ελλάδα. Εδώ καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η στάση που θα τηρήσουν ο υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας Μάικλ Φλιν. Ο τελευταίος είχε την περασμένη εβδομάδα γεύμα εργασίας με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ενώ πριν από δύο εβδομάδες είχε συναντηθεί με τον επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας Νίκο Κοτζιά. Ο κ. Τραμπ αναμένεται να υιοθετήσει πολύ επιθετική πολιτική κατά του ISIS και της Αλ Κάιντα και στο πλαίσιο αυτό θα αναζητήσει τη συνεργασία συμμάχων στην περιοχή. Και εδώ το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό προτίθεται η Αθήνα να ενταχθεί στους επιθετικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης Τραμπ παρέχοντας τις απαιτούμενες διευκολύνσεις.

Πολλά θα εξαρτηθούν από το εάν θα υπάρξει επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον – Αγκυρας, καθώς ο αυταρχισμός του Ερντογάν στο εσωτερικό και οι επιθέσεις του κατά του Τύπου δεν θα προκαλούν την ενόχληση του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου, με υπαρκτό τον κίνδυνο το Κυπριακό και η κατάσταση στο Αιγαίο να πέσουν θύμα «σημαντικότερων στρατηγικών στόχων» της Ουάσιγκτον, από τη μάχη κατά της τρομοκρατίας μέχρι την αναζήτηση λύσης στη Συρία.

Η ενέργεια

Στο σύνθετο παζλ της περιοχής η ενέργεια δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για αναβάθμιση της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας και της Κύπρου και μπορεί να αποδειχθεί «ισχυρό χαρτί» για Αθήνα και Λευκωσία. Οι προβλέψεις ενεργειακών κολοσσών για την ύπαρξη τεράστιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατ. Μεσόγειο δημιουργούν ελπίδες. Καθώς, μάλιστα, είναι βέβαιο ότι ο Ρεξ Τίλερσον εν πολλοίς βλέπει τον κόσμο μέσα από το ενεργειακό πρίσμα –απόρροια της 40χρονης ενασχόλησής του με τον χώρο ως στέλεχος της ExxonMobil της οποίας την τελευταία δεκαετία υπήρξε πρόεδρος–, παρουσιάζεται η προοπτική ανάληψης αυξημένου περιφερειακού ρόλου της Αθήνας μέσα από τις εξελισσόμενες συνεργασίες που διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις  προωθούν  τα  τελευταία  χρόνια με την  Κύπρο, το  Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Πέρα από την εμπλοκή της στην αξιοποίηση του αερίου της Ανατ. Μεσόγειο, όπως και τη συμμετοχή της στον αγωγό ΤΑΡ, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύει περαιτέρω τον ενεργειακό της ρόλο ως «πύλη εισόδου» για αμερικανικές εταιρείες που θα μεταφέρουν σχιστολιθικό αέριο από τις ΗΠΑ στα Βαλκάνια και σε άλλες αγορές της Ευρώπης, ενώ είναι πιθανό να υπάρξει ενδιαφέρον αμερικανικών εταιρειών για έρευνες στην ελληνική επικράτεια.

Ακόμη μία παράμετρος είναι οι σχέσεις της Ελλάδας με δύο σημαντικούς πρωταγωνιστές της παγκόσμιας σκακιέρας, τη Ρωσία και την Κίνα. Τα τελευταία χρόνια οι παραδοσιακές σχέσεις με τη Μόσχα έφερναν την Αθήνα σε δύσκολη θέση. Ενδεχόμενη αμερικανορωσική προσέγγιση θα προσφέρει περιθώρια κινήσεων στην ελληνική διπλωματία. Εδώ ιδιαίτερη σημασία έχει το ποιος θα αντικαταστήσει τη «σκληρή», έναντι της Ρωσίας, βοηθό υπ. Εξωτερικών για την Ευρώπη, Βικτόρια Νούλαντ. Από την άλλη, εάν ο κ. Τραμπ επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση με το Πεκίνο, ίσως δυσχεράνει κινήσεις περαιτέρω εμβάθυνσης της ελληνοκινεζικής συνεργασίας.