ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η διετία της επίμονης αυταπάτης

i-dietia-tis-epimonis-aytapatis-2171305

Το πρώτο κυβερνητικό σχήμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, όπως παραδέχονται σήμερα κατ’ ιδίαν τα πιο ειλικρινή στελέχη του, χαρακτηριζόταν από πρόσωπα και πολιτικές που δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν για πολύ με τις επιταγές της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

Μια σημαντική μερίδα εκείνου του υπουργικού συμβουλίου έδινε προτεραιότητα στην ανατροπή της λιτότητας και των μνημονίων, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε την επιστροφή της χώρας στη δραχμή. Ο άνθρωπος που είχε αναλάβει τον ρόλο του επικεφαλής οικονομικού διπλωμάτη, που θα έπειθε τους συναδέλφους του στο Eurogroup ότι η Ελλάδα χρειαζόταν μια πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική ώστε να μπορέσει να ανακάμψει, κατάφερε σε λίγες εβδομάδες να εξαντλήσει όλη τους την καλή διάθεση. Οι λογικές απαιτήσεις για ελάφρυνση χρέους και μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα βρήκαν απέναντί τους έναν τοίχο, καθώς οι υπόλοιποι 17 υπουργοί Οικονομικών συντάχθηκαν με τον Β. Σόιμπλε. Η αδυναμία του κ. Τσίπρα να επιβληθεί στους υπουργούς του, στην κοινοβουλευτική του ομάδα και στην πρόεδρο της Βουλής οδήγησε στο ολέθριο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, που βύθισε την οικονομία ξανά στην ύφεση, οδήγησε στην παραλυσία των capital controls και έφτασε τη χώρα μια ανάσα από το Grexit.

Μετά τη μεγάλη συνθηκολόγηση της 13ης Ιουλίου και τη δεύτερη εκλογική του νίκη τον Σεπτέμβριο του 2015, ο κ. Τσίπρας προβάλλει την εικόνα ενός πιο ώριμου ηγέτη. Ωστόσο, παρά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και τα σκληρά μέτρα που το συνοδεύουν, και την απομάκρυνση των πιο ριζοσπαστικών στελεχών από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να πατάει σε δύο βάρκες και να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη.

Για να δείξει ότι είναι διαφορετικούς από τους προηγούμενους και ότι δεν έχει προδώσει τον πολιτικό χώρο από τον οποίο προέρχεται, επιδίδεται σε διάφορα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και θεσμικά ατοπήματα. Το αποτέλεσμα είναι στις περισσότερες περιπτώσεις αρνητικό για τον ίδιο – και σε κάθε περίπτωση επιζήμιο για τη χώρα. Παρ’ ολ’ αυτά, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει ποτέ την ευθύνη για τις αποτυχίες της –είναι πάντα έργο των πιστωτών, σε αγαστή συνεργασία με την «τρόικα εσωτερικού»– και οι αρχιτέκτονές τους ποτέ δεν εξωθούνται σε παραίτηση.

Τον Δεκέμβριο του 2015, για παράδειγμα, το νομοσχέδιο για το περιβόητο «παράλληλο πρόγραμμα», το οποίο θα άμβλυνε τις συνέπειες του νέου προγράμματος, αποσύρθηκε κακήν κακώς από την κυβέρνηση. Μαζί του εξανεμίστηκαν οι όποιες προσδοκίες των εναπομεινάντων αριστερών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ για μια πιο ήπια οικονομική πολιτική.

Ακολούθησε τον Απρίλιο το σκάνδαλο της υποκλοπής των τηλεφωνικών συνομιλιών Τόμσεν-Βελκουλέσκου. Η κυβέρνηση αντί να δηλώσει εξοργισμένη από την υποκλοπή (που ακόμη δεν έχει διαλευκανθεί) και να υιοθετήσει τη νέα γραμμή του Ταμείου υπέρ της Ελλάδας, διαστρέβλωσε το περιεχόμενο της συνομιλίας σε μία ακόμη μάταιη προσπάθεια να πετύχει την αποχώρηση του ΔΝΤ από το πρόγραμμα.

Στο προσφυγικό, η πολιτική της ελεύθερης διέλευσης του πρώτου μισού του 2015 και η τρομακτική διαχειριστική ανεπάρκεια στη συνέχεια καλύπτονται με φωνές (συχνά δικαιολογημένες) για τους ανάλγητους Ευρωπαίους. Στην ιστορία των τηλεοπτικών αδειών, το κορυφαίο επεισόδιο απόπειρας χειραγώγησης των θεσμών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η παταγώδης συντριβή του εγχειρήματος Παππά αποδόθηκε σε «δικαστικό πραξικόπημα».

Η ίδια τακτική επαναλήφθηκε τον Δεκέμβριο, με την ανακοίνωση των μέτρων για τους συνταξιούχους και για τον ΦΠΑ. Ο ελιγμός αυτός στρίμωξε τη Ν.Δ. και επέτρεψε στην «Αυγή» να βγει με τίτλο «Με τον Σόιμπλε ή με την κοινωνία». Μπορεί με τη μονομερή ενέργειά του ο κ. Τσίπρας να τίναξε στον αέρα τη διακηρυγμένη κυβερνητική στρατηγική της ταχείας ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης και την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα QE, αλλά η στρατηγική ποτέ δεν ήταν το ισχυρό σημείο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Εχουν, φαίνεται, ερμηνεύσει κυριολεκτικά τη ρήση του Κέινς, σύμφωνα με την οποία: «Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί».