ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η εμπλοκή με τους δανειστές και οι κίνδυνοι για το Μαξίμου

i-emploki-me-toys-daneistes-kai-oi-kindynoi-gia-to-maximoy-2176158

Σε εμπλοκή διαρκείας οδεύει η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης και των εταίρων καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, από την πλευρά των εκπροσώπων των δανειστών έχει μπει στο «τραπέζι» ακόμη και η άμεση μείωση του αφορολογήτου.

Στον απόηχο της συνάντησης που είχε την προπερασμένη Παρασκευή στις Βρυξέλλες ο υπουργός Οικονομικών κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος με τους κομβικούς «παίκτες» της διαπραγμάτευσης, ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε ενώπιος ενωπίω με νέα δεδομένα που εκ των πραγμάτων ανατρέπουν την έως τώρα στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου. Επί της ουσίας, όπως αναφέρει συνομιλητής του πρωθυπουργού, από την κυβέρνηση προκειμένου να κλείσει η συμφωνία δεν ζητείται να προνομοθετήσει μειώσεις για το 2019, αλλά ειδικά σε σχέση με το αφορολόγητο, το μέτρο –που χαρακτηρίζεται διαρθρωτικό– «να νομοθετηθεί και να ισχύσει ακόμη και από αύριο» ή σε διαφορετική περίπτωση από τον Ιανουάριο του 2018.

Δύο λόγοι

Ο κ. Τσίπρας επί του παρόντος απορρίπτει κάθε σχετική συζήτηση για δύο λόγους: Πρώτον, στο Μέγαρο Μαξίμου κυριαρχεί η εκτίμηση πως η μείωση του αφορολογήτου «δεν περνάει» από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερον, ακόμη και εάν ο πρωθυπουργός κ. Αλ. Τσίπρας επιτύγχανε την υπερψήφιση του συγκεκριμένου μέτρου το πολιτικό κόστος θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, ανοίγοντας περαιτέρω τη δημοσκοπική «ψαλίδα» με τη Ν.Δ. η οποία ήδη, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για τον ΣΚΑΪ, είναι της τάξης των 16,5 ποσοστιαίων μονάδων.

Η στενωπός στην οποία έχει περιέλθει ο πρωθυπουργός εξηγεί εν πολλοίς και τον λόγο για τον οποίο η διαπραγμάτευση επί της ουσίας έχει «παγώσει» και ο πήχυς των προσδοκιών είναι εξαιρετικά χαμηλός ενόψει του αυριανού Eurogroup. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά κυβερνητικό στέλεχος που έχει πλήρη γνώση των συνομιλιών, ο μόνος επισπεύδων είναι ο επικεφαλής του Eurogroup κ. Γ. Ντάισελμπλουμ που επιθυμεί την άμεση άρση του αδιεξόδου προκειμένου να εμφανίσει μια επιτυχία στο εσωτερικό του ακροατήριο, λόγω των επερχόμενων εκλογών στην Ολλανδία, στις 15 Μαρτίου. Αντιθέτως, ούτε στο Βερολίνο ούτε στο ΔΝΤ εμφανίζονται διατεθειμένοι να διευκολύνουν τον κ. Τσίπρα.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το πιθανότερο σενάριο είναι στο προσκήνιο να αναδειχθεί η εικόνα ενός νέου μπρα-ντε-φερ μεταξύ Αθήνας και εταίρων που μπορεί να διαρκέσει ακόμη και μέχρι τον Ιούνιο. Εξάλλου, η κυβέρνηση έχει ταμειακά διαθέσιμα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της μέχρι τότε, ενώ η επόμενη μεγάλη δόση προς τους δανειστές πρέπει να καταβληθεί τον Ιούλιο. Επί της ουσίας, σ’ αυτή την περίπτωση ο κ. Τσίπρας θα επιχειρήσει να κερδίσει χρόνο, ευελπιστώντας στη χαλάρωση των απαιτήσεων από Βερολίνο και ΔΝΤ. Ειδικότερα, η κυβέρνηση προσδοκά, πρώτον, ότι μέσω εσωτερικών διεργασιών το ΔΝΤ θα αποφασίσει τελικά να μην μετάσχει μέσω περαιτέρω χρηματοδότησης στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά θα παραμείνει σε δεύτερο πλάνο, ως παρατηρητής. Δεύτερον, ότι η εσωτερική σύγκρουση στη Γερμανία για το «ελληνικό ζήτημα», μεταξύ των κ. Β. Σόιμπλε και Μ. Σουλτς, θα υποχρεώσει τη Γερμανίδα καγκελάριο, κ. Αγκελα Μέρκελ, να παρέμβει μετακινώντας τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών σε μετριοπαθέστερες θέσεις.

Το σχέδιο των εκλογών

Ομως, στον αντίποδα, το ρίσκο μιας μακρόσυρτης διαπραγμάτευσης είναι πολύ μεγάλο για τον κ. Τσίπρα. Η εύθραυστη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ πιθανόν να υπονομευθεί καίρια, εάν το κλίμα αβεβαιότητας των τελευταίων μηνών επιταθεί. Επίσης, φόβοι εκφράζονται για τις επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα, όπου τον Ιανουάριο κατεγράφησαν εκροές.

Ετσι, παρότι τούτο δεν ομολογείται, στα συρτάρια του Μεγάρου Μαξίμου υπάρχει πάντα και το plan B των εκλογών. Μάλιστα, έμπειρα κοινοβουλευτικά στελέχη σημειώνουν ότι από τις τελευταίες κινήσεις του Μεγάρου Μαξίμου αναδύεται προεκλογικό άρωμα. Την περασμένη εβδομάδα η κυβέρνηση εμφανίσθηκε να «κλείνει το μάτι της» προς τους συμβασιούχους φέρνοντας στην επιφάνεια τη συζήτηση περί μονιμοποίησης. Επίσης, ο κ. Τσίπρας, απαντώντας στην «Ωρα του Πρωθυπουργού» στον πρόεδρο της Ν.Δ., κ. Κυρ. Μητσοτάκη, επιχείρησε να δημιουργήσει σκηνικό ακραίας πόλωσης που παρέπεμπε όχι σε μια συνήθη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση αλλά σε σύγκρουση με φόντο τις κάλπες.