ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Ελλάδα της δεκαετίας ’80 και η κρίση του μέλλοντος

texnopolh-gk

Η έκθεση «GR80s – Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη» ολοκληρώθηκε την Κυριακή που μας πέρασε και έφερε πολλές δεκάδες χιλιάδες πολιτών σε επαφή με την πολύ πρόσφατη Ιστορία της χώρας. Οι λόγοι της μαζικής προσέλευσης σε ένα τέτοιο πολιτισμικό γεγονός είναι αρκετοί και δεν έχει νόημα να τους απαριθμήσουμε εμείς, πλην ίσως ενός. Εκείνου που προϋπήρχε της έκθεσης και ασφαλώς συνέβαλε στην επιτυχία της – παρότι δεν είναι ο βασικός παράγοντάς της, όπως θεωρούν, νομίζουν και ισχυρίζονται ορισμένοι ενοχλημένοι σχολιαστές. Πρόκειται για αυτό που βιαστικά και ενίοτε με αρνητική φόρτιση αποκαλείται νοσταλγία.

Υπάρχει πράγματι τόσο ισχυρή «ογδονταλγία» στη σημερινή Ελλάδα; Αναβλύζει πράγματι από μέσα μας η επιθυμία επιστροφής στο χθες; Και αν ναι, σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η καταφυγή στο παρελθόν; Τι κάνει τους ανθρώπους να συγκινούνται με τη θέαση ενός παλιού περιοδικού, ενός παιχνιδιού 30 ετών, να χαμογελούν με ένα φλιτζάνι με στάμπα Ν.Δ. ή ΠΑΣΟΚ και να χειροκροτούν με θαυμασμό ένα χορευτικό καλάθι του Γκάλη; Και ακόμη, κάτι τέτοιο είναι μια στείρα εναντίωση στο παρόν, η μετάφραση της απελπισίας για το μέλλον; Για ποιους λόγους σήμερα, ακόμη και οι νέοι άνθρωποι ενδιαφέρονται για το Ογδόντα χωρίς να έχουν βηματίσει πάνω του στ’ αλήθεια;

H νοσταλγία

Το νοσταλγικό φαινόμενο απαντάει σε όλες τις νεότερες και σύγχρονες κοινωνίες, εκείνες δηλαδή που ομιλούν για τον εαυτό τους και τον αντιλαμβάνονται με τους όρους της μελλοντικής αλλαγής και του ανεπίστρεπτου, μα διδακτικού, παρελθόντος. Η νοσταλγία, απ’ αυτήν την άποψη, μοιάζει με ένα ψηφιδωτό προσωπικών αναμνήσεων για τις σήμερα οικονομικά ενεργές γενιές που αναπολούν το κοινωνικό περιβάλλον της παιδικής –γλυκιάς, τραυματικής ή και τα δύο– ηλικίας τους. Το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι γνωστό στην κοινωνική ψυχολογία και εν γένει διαγράφει τριακονταετείς κύκλους που ενίοτε σκηνοθετούν μια ισχυρή αναβίωση στον χώρο της μόδας ή της μουσικής. Η δεκαετία του ’80 είναι γι’ αυτόν τον λόγο σήμερα η μείζονα νοσταλγική πηγή παγκοσμίως. Οι άνθρωποι που σήμερα κατανέμουν αξίες, σύμβολα και εξουσία είναι τέκνα εκείνης της εποχής.

Η δεύτερη μεγάλη πηγή άντλησης νοσταλγικής ροής είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε παγκόσμια κρίση του μέλλοντος. Με ποικίλες και ετερογενείς αιτίες ο δυτικός κόσμος του σήμερα, ο παλαιός «Πρώτος κόσμος», βιώνει εδώ και μία δεκαετία τη μεγάλη του κάμψη. Οι σύγχρονες καταναλωτικές δημοκρατίες διαβρώνονται: αλλού μέσα από τις περιπέτειες μιας συστηματικής οικονομικής υποτίμησης και μιας πρωτόγνωρης περιθωριοποίησης σημαντικών κοινωνικών στρωμάτων· αλλού μέσα από την απονομιμοποίηση της δημοκρατίας στην οποία οδηγεί ο κυνισμός εκείνων των ελίτ εκείνων που αδιαφορούν για το «κοινωνικό ζήτημα» και εξακολουθούν να διδάσκουν ex cathedra μια «επανάσταση των ετεροτήτων και των δικαιωμάτων» χωρίς μέριμνα για το συναίσθημα και τις συνθήκες ζωής των κοινών ανθρώπων· αλλού με τη φαντασιακή ή πραγματική μεταβολή της πολιτισμικής ισορροπίας που φέρνουν η παγκοσμιοποίηση και τα νέα κύματα μετανάστευσης.

Η διττή απουσία

Η διάβρωση των σύγχρονων δημοκρατιών έρχεται μέσα από τη διττή απουσία: α) της θεμελιώδους νεωτερικής βεβαιότητας ότι –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο– το μέλλον της επόμενης γενιάς θα είναι καλύτερο από εκείνο της προηγούμενης και β) της δυνατότητας του ατόμου να σχεδιάσει το μέλλον του, να μπορεί να κοιτάξει με αισιοδοξία το αύριο για να διαχειριστεί το σήμερα. Αυτή η συνθήκη ενός μέλλοντος χωρίς προοπτική αντανακλαστικά παραπέμπει σε ένα κάποιο παρελθόν, οργανώνει την αναζήτηση μιας καταγωγής των πραγμάτων. Η νοσταλγία σε αυτή την περίπτωση είναι ταξίδι επιστροφής, καταφυγή σε πραγματικότητες που δείχνουν απλούστερες, κατανοητές, χαρτογραφημένες και, σε αντίθεση με το σήμερα, κατάλληλες για να νοηματοδοτήσουν την ύπαρξή μας.

Στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής δυσπραγίας, της εθνικής περιθωριοποίησης και της δραματικής συρρίκνωσης των μεσοστρωμάτων προτείνεται συστηματικά από ποικίλους φορείς πνευματικής, συμβολικής και πολιτικής εξουσίας η αντανάκλαση στα ύδατα της δεκαετίας του ’40. Μια δυστοπική νοσταλγία στο σύμπαν της Κατοχής, του αιματηρού Εμφυλίου, του ηρωισμού, της θυσίας, της μεγάλης λύτρωσης, ένας ολόκληρος κώδικας ανάγνωσης του σήμερα με όρους Μελιγαλά και Γράμμου, Γκεστάπο, πείνας, Μπελογιάννη και Ελένης Παπαδάκη.

Για ποικίλους λόγους αυτή η αταβιστική και πολεμική προσέγγιση, παρά τις επιτυχίες της και τη δεδομένη συγγένειά της με την ιδεολογία του μιζεραμπιλισμού, το ψυχικό υπόστρωμα του αντιστασιακού και αδικημένου λαού και την εθνικιστική επικαιροποίησή του στο πολιτικό σύστημα, δεν έχει το νοσταλγικό μονοπώλιο. Ηδη μια πρώτη επιστροφή στη γενιά του ’30 και στη δική της σκηνοθεσία περί μοντέρνας ελληνικότητας, μέσα από τα πρώτα πολυώροφα αρχιτεκτονήματα της Αθήνας του Μεσοπολέμου, έχει κάνει την εμφάνισή της ως λόγια και ελεγχόμενη νοσταλγία.

Η δεκαετία του ’80 δείχνει να είναι ακόμη πιο ισχυρός τόπος μιας ψυχικής επίσκεψης στο εθνικό παρελθόν. Οι λόγοι πολλοί και πιο σύνθετοι απ’ όσο νομίζουν εκείνοι που τρέμουν βλέποντας το νοσταλγικό γεγονός ως αποκατάσταση του πασοκικού λαϊκισμού, την εξιδανίκευση του κρατισμού, της οικονομίας των προνομίων και των προσόδων και ως οριοθέτηση στην εθνική μοναξιά. Τα στοιχεία που καθιστούν την Ελλάδα του ’80 συναισθηματική χρονοκάψουλα που προστατεύει από τις οδύνες του σήμερα είναι το δίδυμο ευημερία και ελευθερία. Αυτό το δίδυμο κατίσχυσε τότε, μέσα από συγκεκριμένους πολιτικούς και ιδεολογικούς συσχετισμούς, ενάντια σε αυτούς και ερήμην τους.

Η ιδιαιτερότητα άλλωστε της δεκαετίας του ’80 ξεπερνά το εθνικό πλαίσιο, είναι κοινή για όλον τον δυτικό κόσμο και ειδικά για την ηπειρωτική Ευρώπη: πρόκειται για την τελευταία και πιο ολοκληρωμένη περίοδο συνύπαρξης της οικονομικής και συναισθηματικής ασφάλειας (ιδιαίτερα των λαϊκών στρωμάτων) με μια επεκτατική αίσθηση ελευθερίας. Είναι ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ του δικαιώματος στην απόλαυση και στην αυτοπραγμάτωση, από τη μια, και σταθερών προσανατολισμών σε έναν κόσμο που ακόμη είχε τη συνοχή του διπολισμού και της οργανωμένης κοινωνικής διαίρεσης.

Το συλλογικό ρίσκο

Η δεκαετία του ’80 είναι η τελευταία περίοδος όπου το συλλογικό ρίσκο και οι συλλογικοί κίνδυνοι περιορίζονται από το εθνικό πλαίσιο και την εμπιστοσύνη στους ειδήμονες. Είναι συνάμα και η πρώτη περίοδος όπου αναπτύσσεται και διαχέεται η έννοια της ατομικότητας, αποθεώνονται το στυλ, ο αυτοσαρκασμός και η κουλτούρα του ευ ζην και όπου λαϊκό και λόγιο υπερβαίνουν τα σύνορα που τους χώριζαν και συγχέονται σε μια νέα σύνθεση του εθνικού με το παγκόσμιο. Σήμερα, η νοσταλγία για το ’80, υπό το φως των αυταρχικών δυστοπιών που πραγματώνονται εξακολουθητικά στον πλανήτη και στη χώρα μας, μπορεί να είναι, εκτός των άλλων, και μια άσκηση δημοκρατίας.

* Οι Β. Βαμβακάς και Π. Παναγιωτόπουλος ήταν οι κύριοι επιμελητές της έκθεσης «GR80s – H Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη».