ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αγωνία στις Βρυξέλλες, «απειλές» για Ρώμη

agonia-stis-vryxelles-apeiles-gia-romi-2181841

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Μέχρι το και πέντε συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των θεσμών και της ελληνικής πλευράς, αργά το βράδυ της Πέμπτης, με σκοπό να γίνει αρκετή πρόοδος, ώστε να μπορέσουν οι θεσμοί να επιστρέψουν στην Αθήνα την ερχόμενη εβδομάδα. Ωστόσο, το πιο πιθανό είναι ότι αυτό δεν θα γίνει τις επόμενες μέρες. Οι πληροφορίες που «έβγαιναν» από το κτίριο Charlemagne, όπου γίνονταν οι διαπραγματεύσεις, αν και ελάχιστες, εξέπεμπαν αισιοδοξία για τα βασικά θέματα, όπως τα εργασιακά, το ασφαλιστικό και το φορολογικό, ενώ στον τομέα των ενεργειακών οι αποστάσεις παραμένουν μεγάλες. Το τελικό «πράσινο φως», όμως, αναμενόταν να έρθει από το Μέγαρο Μαξίμου και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ο οποίος θα αποφάσιζε κατά πόσον αυτά που συμφωνήθηκαν σε εργασιακά και ασφαλιστικό στις Βρυξέλλες μπορούν να μεταφραστούν σε νομοθεσία.

Ενδεικτικό της αισιοδοξίας ήταν το γεγονός ότι στις διαπραγματεύσεις παραβρέθηκε την Πέμπτη για λίγες ώρες ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Π. Τόμσεν, καθώς είχε συμφωνηθεί ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί μόνο αν υπάρξει αρκετή πρόοδος στις διαπραγματεύσεις της Τρίτης και Τετάρτης. Την περασμένη Δευτέρα –σύμφωνα με ευρωπαϊκή πηγή– η ελληνική πλευρά ήταν αυτή που ζήτησε να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες, μια απόφαση που ξάφνιασε τους συμμετέχοντες. Η συζήτηση έγινε σε μάλλον «άδικες συνθήκες», καθώς από τη μία η ευρωπαϊκή επιτροπή είχε όλους τους ειδικούς έτοιμους να συμμετάσχουν στις συζητήσεις, ενώ αντιθέτως το ΔΝΤ είχε μόνο την Ν. Βελκουλέσκου ή τον Π. Τόμσεν.

Σύμφωνα με πηγή με γνώση των διαπραγματεύσεων ο κ. Τσακαλώτος δημιούργησε μία αρνητική ατμόσφαιρα γύρω από το ΔΝΤ, κάτι το οποίο δεν εκλήφθηκε ως «έξυπνη τακτική», παρά την ταύτιση των απόψεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως προς την κριτική προς το Ταμείο. Συγχρόνως ο κ. Τσακαλώτος έκανε αυτό ακριβώς που τον είχαν προειδοποιήσει οι θεσμοί να μην κάνει, δηλαδή να ανοίξει ξανά όλα τα θέματα της διαπραγμάτευσης από την αρχή, καθώς όπως εξηγούσαν στην «Κ» αυτό είναι μέρος της διαπραγματευτικής του τακτικής, ζητώντας ακόμα και ελάχιστες ελαφρύνσεις των μέτρων.

Οι συνομιλίες το πιθανότερο είναι να ξαναρχίσουν τη μεθεπόμενη εβδομάδα, καθώς η επόμενη είναι εβδομάδα διακοπών στο ΔΝΤ. Γι’ αυτό και προστίθεται μία δυσκολία στο να επιτευχθεί συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο πριν από το επόμενο Eurogroup στις 7 Απριλίου, στη Μάλτα. «Είναι δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο», λένε ευρωπαϊκές πηγές στην «Κ». «Οι συζητήσεις θα συνεχισθούν μεταξύ όλων των εμπλεκομένων από τις βάσεις τους, με σκοπό να ολοκληρώσουν τη δεύτερη αξιολόγηση», έλεγε εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας.

Ωστόσο, το Μαξίμου είχε αποφασίσει να διαπραγματευτεί και από άλλη, αυτή τη φορά, διπλωματική οδό, με πολύ αμφίβολα ωστόσο αποτελέσματα. Από την περασμένη Δευτέρα η κυβέρνηση απειλούσε ότι δεν θα υπογράψει το επετειακό κείμενο της Συνόδου της Ρώμης –που περιέχει τα επόμενα βήματα της Ευρώπης των «27»– καθώς ζητούσε να προστεθεί μία παράγραφος που να κάνει ρητή αναφορά στα εργασιακά και κοινωνικά κεκτημένα της Ε.Ε.

Η επιστολή

Την Πέμπτη το απόγευμα, λίγες ώρες πριν μεταβεί ο πρόεδρος της Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στη Ρώμη για τους εορτασμούς, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας του έστειλε επιστολή, όπως και στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, και στους προεδρεύοντες στη Σύνοδο Κορυφής της Ρώμης, Γιόζεφ Μουσκάτ και Πάολο Τζεντιλόνι, με την οποία τους ζητεί ξεκάθαρη απάντηση για το κατά πόσον το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και ειδικά σε ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις ισχύει σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ή για όλα τα κράτη-μέλη εκτός της Ελλάδας. Η επιμονή της ελληνικής πλευράς σε αυτές τις αναφορές δεν είναι τυχαία, καθώς συνδέεται άμεσα με τη διαπραγμάτευση. Η μεταρρύθμιση με το μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση είναι αυτή στα εργασιακά, με το ΔΝΤ να επιμένει σε πλήρη απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και την ελληνική κυβέρνηση να θέλει να ισχύσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο στα εργασιακά.

Στις Βρυξέλλες, η παραπάνω στάση έχει θεωρηθεί από Ευρωπαίους διπλωμάτες ως εκβιαστική, καθώς δεν μπορεί ένα κράτος-μέλος να απειλεί ότι δεν θα υπογράψει μία κοινή δήλωση των «27», συνδέοντας την άρνησή του με ένα θέμα διαφορετικό. Στην επιστολή του κ. Τσίπρα, έπειτα από τρεις μέρες έντονων διαβουλεύσεων σε διπλωματικό επίπεδο, τελικά ξεκαθαρίζει ότι «πρόθεση είναι να στηρίξουμε τη Διακήρυξη της Ρώμης, καθώς κινείται σε θετική κατεύθυνση». Μαζί με την Ελλάδα, η μόνη άλλη χώρα που έχει εκφράσει αμφιβολίες για το περιεχόμενο της Διακήρυξης της Ρώμης είναι η Πολωνία, που αντιτάσσεται στην ιδέα μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων. Για την Πολωνία, η ιδέα των δύο ταχυτήτων τρομάζει, γιατί φοβάται μήπως βρεθεί εκτός του πυρήνα της Ε.Ε.