ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τζανακόπουλος: Τα μέτρα θα έχουν επιπτώσεις σε ορισμένες ομάδες

tzanakopoylos-ta-metra-tha-echoyn-epiptoseis-se-orismenes-omades-2184579

Τη συμφωνία στο Eurogroup της Παρασκευής και το συνδυασμό μέτρων και αντιμέτρων, σχολίασε κατά τη διάρκεια συνέντευξής του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος.

«Απομένουννα ολοκληρωθούν οι τεχνικές συνομιλίες, οι οποίες πλέον, δεν νομίζω, ότι θα παρουσιάσουν πολύ μεγάλα προβλήματα, καθώς το βασικό πολιτικό πακέτο έχει συμφωνηθεί. Νομίζω ότι μπορούμε να μιλήσουμε για μία συμφωνία, η οποία, παρά  τα προβλήματα και τις πραγματικές δυσκολίες, έχει μια ισορροπία. », δήλωσε μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό «Ε».

«Υπήρξε μια σειρά από προσπάθειες για να γεφυρωθούν οι διαφορές, να πειστεί το ΔΝΤ ότι δεν θα υπάρξει δημοσιονομικό κενό το 2019. Φαίνεται, όμως, ότι επιμένει στις προβλέψεις του, οι οποίες, βεβαίως, διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα και στις 20 Φεβρουαρίου καταλήξαμε σε ένα περίγραμμα συμφωνίας που προέβλεπε 1% δημοσιονομικά μέτρα αρνητικά για το 2019 και 1% θετικά. Επομένως, 0% δημοσιονομικό αποτέλεσμα και μια φωτογραφία αυτής της αλλαγής του δημοσιονομικού μίγματος για το 2020, δηλαδή 1% αρνητικά και 1% θετικά. Στη βάση αυτής ακριβώς της συμφωνίας προχωρήσαμε, προσπαθήσαμε να κάνουμε τις τεχνικές συνομιλίες να διαρκέσουν όσο το δυνατόν λιγότερο. Ωστόσο, διαρκώς έμπαιναν εμπόδια, υπήρξαν αρκετές κωλυσιεργίες από την πλευρά κάποιων εκ των δανειστών. », συμπλήρωσε και παραδέχτηκε πως «Προφανώς, για κάποιες κοινωνικές ομάδες θα υπάρξουν μειώσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, θα υπάρξουν και μέτρα, τα οποία στοχεύουν στην οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους.»

Αναφερόμενος στην ενεργοποίηση μέτρων και αντίμετρων ο κ. Τζανακόπουλος τόνισε πως ο στόχος του προγράμματος για το 2018 είναι να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% και εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα κλείσει πάνω από 3%.

«Εάν, λοιπόν, επιτευχθεί ο στόχος το 2018 του 3,5%, αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι εάν προσθέσουμε, ως προς την πρόβλεψη για το 2019, 1% αρνητικά μέτρα, τότε η πρόβλεψη θα δείχνει 4,5%. Και επομένως θα μπορούν να εφαρμοστούν και τα αντίμετρα του 1%, έτσι ώστε να επιστρέψει τελικά το αποτέλεσμα στο 3,5%», σχολίασε.

Παράλληλα τόνισε πως είναι εξαιρετικά θετικό το γεγονός ότι «απλώθηκε» η δημοσιονομική προσαρμογή, που απαιτούσε το ΔΝΤ, σε δύο έτη. και συμπλήρωσε «Ένα τρίτο όμως ζήτημα για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε με πολύ μεγάλη σαφήνεια είναι το εξής: Η αλλαγή αυτή του δημοσιονομικού μίγματος έγινε διότι -ξέρετε πάρα πολύ καλά και εσείς και ο ελληνικός λαός- η Γερμανία και η Ολλανδία έθεσαν ως προαπαιτούμενο για τη συνέχιση του ελληνικού προγράμματος τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Το ΔΝΤ αυτό που έλεγε είναι ότι ''εγώ δεν θα συμμετέχω εάν δεν γίνουν αυτά'' και αυτό που επιτεύχθηκε ήταν με μία αμοιβαία υποχώρηση και από τη μεριά της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και από τη μεριά του ΔΝΤ, που δέχτηκε τη νομοθέτηση των αντιμέτρων πριν το κλείσιμο της συμφωνίας, δηλαδή εντός των διαδικασιών της δεύτερης αξιολόγησης, να βρούμε ένα σημείο ισορροπίας, χωρίς το οποίο γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι η αβεβαιότητα θα ήταν τεράστια. Η κυβέρνηση αυτή έκανε μια επιλογή. Μπορεί ο καθένας να την κρίνει με τον τρόπο που νομίζει. Ότι θα μπει στη διαδικασία του προγράμματος της δημοσιονομικής προσαρμογής και θα προσπαθήσει να το εφαρμόσει με έναν τρόπο κοινωνικά βιώσιμο, διαπραγματευόμενη διαρκώς. Και νομίζω ότι τα πράγματα θα ήταν, όχι απλώς πολύ χειρότερα για την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά στην κυριολεξία δραματικά, εάν δεν είχε μεσολαβήσει όλη αυτή η μεγάλη διαπραγματευτική προσπάθεια της κυβέρνησης.»

Ο κ. Τζανακόπουλος παραδέχτηκε ακόμα ότι τα αρνητικά μέτρα θα έχουν επιπτώσεις σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, επισημαίνοντας πως «με όλες τις λεπτομέρειες και των αντιμέτρων, η εικόνα θα αλλάξει.» και δήλωσε πως θα υπάρξουν περίπου 3,5 δις, ίσως και παραπάνω, μέτρα δημοσιονομικής επέκτασης, που θα αφορούν τη στήριξη του κοινωνικού κράτους.

Απαντώντας στις κατηγορίες της ΝΔ και τα σενάρια εκλογών ο κ. Τζανακόπουλος σημείωσε πως « Η ΝΔ, από τη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ο κύριος Μητσοτάκης, το μόνο που λέει ή το μόνο που απαιτεί σχεδόν υστερικά, είναι η διενέργεια εκλογών. Και αυτό διότι γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι η ελληνική οικονομία είναι σε μια πορεία ανάκαμψης και με το κλείσιμο πλέον και της δεύτερης αξιολόγησης ανοίγει ο δρόμος για να βγούμε από το πρόγραμμα και την επιτροπεία. Γι’ αυτό τον λόγο και κατά τη διάρκεια της πρώτης αξιολόγησης, αλλά πολύ περισσότερο κατά τη διάρκεια της δεύτερης αξιολόγησης, «έπαιξε τα ρέστα» της σε μια προσπάθεια να υπονομεύσει τη διαπραγμάτευση, να υπονομεύσει την πορεία ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης. Δεν θέλω να πω πολλά παραδείγματα. Μόνο και μόνο η παρουσία του κυρίου Μητσοτάκη στο Βερολίνο, αλλά και το γεγονός πως όταν η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλεγε ότι για τις καθυστερήσεις στη διαπραγμάτευση δεν ευθύνεται η ελληνική πλευρά -πράγμα το οποίο συμβαίνει για πρώτη φορά στα επτά χρόνια των προγραμμάτων- αλλά αντιθέτως οι παράλογες απαιτήσεις που υπάρχουν στο τραπέζι από κάποιους. Την ίδια ώρα η ΝΔ, μέσω των ευρωβουλευτών της, του κυρίου Κεφαλογιάννη, της κυρίας Σπυράκη -εάν δεν κάνω λάθος- μέσα σε αυτή την εβδομάδα, πριν από δύο-τρεις ημέρες, κατήγγειλε -προσέξτε- όχι τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι την κυβέρνηση, αλλά την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη τους, είναι τόσο μεγάλη η επιθυμία τους να καταρρεύσει η δική μας προσπάθεια, που δεν διστάζουν σ’αυτό τον παροξυσμό τους να υπονομεύσουν τα ίδια τα συμφέροντα της χώρας.»

Ερωτηθείς για την επικείμενη ψήφιση των μέτρων στη Βουλή και την κυβερνητική πλειοψηφία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε γνωστό πως θα γίνει μία συζήτηση και εκτίμησε πως και στο κόμμα και την ΚΟ αλλά και στην κυβέρνηση θα υπάρξει μια συμπαγής πολιτική.

Απαντώντας σε ερώτηση για τις παρεμβάσεις του κεντρικού τραπεζίτη Γιάννη Στουρνάρα και θεσμικών παραγόντων της χώρας ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε πως «Το μόνο στο οποίο επιμένουμε, είναι πως θα πρέπει όλοι, αναλόγως με τη θέση στην οποία βρίσκονται, να σέβονται τους διαφορετικούς ρόλους. Και ειδικά σε ό,τι αφορά την Τράπεζα της Ελλάδας, είναι πολύ προτιμότερο να γίνεται μία συζήτηση τεχνικού χαρακτήρα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που ορίζει το καταστατικό της ΤτΕ και ο νόμος, αλλά και ο καταστατικός χάρτης του ευρωσυστήματος και όχι να γίνεται προσπάθεια άμεσης ή έμμεσης παρέμβασης στην πολιτική σφαίρα. Νομίζω δηλαδή πως είπαμε το αυτονόητο, αυτό το οποίο λένε και οι ίδιοι οι κανόνες, στη βάση των οποίων οφείλουν να λειτουργούν οι κεντρικοί τραπεζίτες. Από εκεί και πέρα, αυτό το οποίο βλέπουμε είναι ότι πέρα από το τι γίνεται σε σχέση με την ΤτΕ, ένα ολόκληρο μπλοκ, το οποίο ξεκινά από τον πάλαι ποτέ εκσυγχρονισμό και φτάνει μέχρι την ηγεσία της ΝΔ, όλο το τελευταίο διάστημα έκανε το παν έτσι ώστε να μην καταλήξουμε σε συμφωνία, έτσι ώστε να δημιουργηθούν αναταράξεις στην ελληνική οικονομία και αυτό να έχει και πολιτικά αποτελέσματα.»

Αναφερόμενος στη στάση που τηρεί το τελευταίο διάστημα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε: «Η γνώμη μου είναι ότι τα πρόσωπα βεβαίως έχουν τις δικές τους προσωπικές τακτικές, πολιτικές απόψεις, θεωρητικές απόψεις. Ωστόσο, λειτουργούν και στο πλαίσιο ενός συσχετισμού δύναμης.» και συμπλήρωσε «Η γνώμη μου είναι ότι ο κύριος Σόιμπλε λειτουργεί πάντοτε, ως πάρα πολύ έμπειρος πολιτικός, εντός ενός δεδομένου πολιτικού συσχετισμού δύναμης. Βλέπει κάθε φορά τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κερδίσει.»

Ερωτηθείς τέλος για τα πρόσφατα δημοσκοπικά ευρήματα σε σχέση με την κυβέρνηση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αποσαφήνισε: « Οι δημοσκοπήσεις πολλές φορές τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχτεί ότι δεν μπορούν πραγματικά να πιάσουν τον κοινωνικό παλμό. Από εκεί και πέρα, έχω ξαναπεί ότι είναι απολύτως φυσιολογικό μια κυβέρνηση, η οποία εφαρμόζει ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, να υπόκειται και σε πολιτική φθορά. Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι με τη νέα κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώνεται με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και με τις πρωτοβουλίες τις οποίες θα συνεχίσουμε να παίρνουμε, έτσι ώστε να στηρίζουμε ει δυνατόν, και δεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών, τις κοινωνικές δυνάμεις που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης, θα έχουμε τη δυνατότητα να ανατρέψουμε το πολιτικό κλίμα. Και τελικά αυτός ο οποίος θα αποφασίσει, δεν θα είναι οι δημοσκόποι, αλλά ο ελληνικός λαός όταν έρθει η ώρα, το 2019. »