ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ριζοσπαστικοποίηση του ΠΑΚ

i-rizospastikopoiisi-toy-pak-2272945

Για όσους επιχειρούν να κατανοήσουν τις πολιτικές μεταμορφώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, η πορεία του κατά τη διάρκεια της χουντικής επταετίας (1967-74) προσφέρει ένα πλούσιο πεδίο πληροφοριών. Εδώ παρουσιάζονται τα προλεγόμενα μιας τέτοιας αναζήτησης. Καταγράφω συνοπτικά τη ριζοσπαστική μετεξέλιξη του Παπανδρέου από έναν συμβατό συμμέτοχο του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος της εποχής, σε επαναστατικό ευαγγελιστή ενός τρίτου δρόμου μιας Ελλάδας αβασίλευτης, σοσιαλιστικής, δημοκρατικής και, προπαντός, ουδέτερης απέναντι στα δύο ψυχροπολεμικά μπλοκ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βάσεις γι’ αυτή την μετεξέλιξη στήθηκαν πρωταρχικά στο επίπεδο της διανόησης. Τον Δεκέμβριο του 1968, ένα χρόνο μετά τη αποφυλάκισή του από τις φυλακές Αβέρωφ και εννέα μήνες μετά την ίδρυση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ) στην εξορία, ο Παπανδρέου εμφανίστηκε σε ένα συνέδριο επιφανών Αμερικανών και Ευρωπαίων διανοουμένων στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Μιλώντας σε μία ταραχώδη περίοδο έντονων πολιτικών αμφισβητήσεων, όταν είχε μόλις εκλεγεί ο Ρίτσαρντ Νίξον πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Παπανδρέου παρουσίασε μία ανορθόδοξη ανάλυση του Ψυχρού Πολέμου, με ιδιαίτερη αναφορά στη μεταπολεμική εμπειρία της Ελλάδας. Η ανάλυση αυτή θα αποτελέσει το υπόβαθρο για τις πολιτικές θέσεις και δραστηριότητες του Παπανδρέου κατά την περίοδο της χούντας και αρκετά χρονιά μετά. «Θα πρέπει να δούμε προσεκτικά τη νέα συμμαχία ανάμεσα στον στρατό, στις μυστικές υπηρεσίες και στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα», ανέφερε στους συνέδρους, «η οποία είναι ιδιαίτερα εμφανής στην πολιτική των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. Αποτελεί την κοινωνική βάση ενός νέου τύπου ιμπεριαλισμού. Ο σοβιετικός γραφειοκρατικός σοσιαλισμός δεν είναι πολύ διαφορετικός μέσα στη δική του σφαίρα επιρροής. Οι προοδευτικές δυνάμεις που απελευθερώθηκαν στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου συνιστούν μια απειλή, πραγματική ή φανταστική, για τα συμφέροντα και των δύο υπερδυνάμεων, οι οποίες και τις καταπιέζουν».

i-rizospastikopoiisi-toy-pak0
Ο πρέσβης των ΗΠΑ Χένρι Τάσκα φτάνει στην Αθήνα με την εντολή να ενημερώσει τον Παπαδόπουλο για την επικείμενη άρση του εμπάργκο όπλων.

Αναφερόμενος στην ελληνική περίπτωση, συνέχισε: «Το 1947-1948 οι ΗΠΑ αντικατέστησαν τη Βρετανία στον ρόλο του “προστάτη” της ελληνικής δημοκρατίας, ενώ στην Ανατολική Ευρώπη δημιουργήθηκαν μαχητικά κομμουνιστικά καθεστώτα που είχαν στενούς δεσμούς με τη Μόσχα.

Η συγκρότηση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ οδήγησε στην ίδρυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Το 1967, ενώ η Ελλάδα είχε ήδη αρχίσει να μετασχηματίζεται σε μια δημοκρατική, προοδευτική και κυρίαρχη χώρα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, οι συνταγματάρχες, που διατηρούσαν σχέσεις με τη CIA, προχώρησαν στην επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας. Μια παρόμοια διαδικασία εκδημοκρατισμού και διεκδίκησης της εθνικής κυριαρχίας βρισκόταν σε εξέλιξη στην Τσεχοσλοβακία, όταν οι δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατέλαβαν τη χώρα». (Η εισβολή της Τσεχοσλοβακίας, προκειμένου να τεθεί τέρμα στον «Σοσιαλισμό με ένα ανθρώπινο πρόσωπο», είχε γίνει μόλις 2,5 μήνες πριν).

Επανάληψη της στρατιωτικής βοήθειας

Τα ριζοσπαστικά, εντούτοις, υπονοούμενα αυτής της ανάλυσης για την ελληνική υπόθεση δεν εμφανίστηκαν στις εξαγγελίες, τοποθετήσεις και δραστηριότητες του Παπανδρέου ως αρχηγού του ΠΑΚ. Μεσολάβησαν σχεδόν δύο χρόνια από το συνέδριο στο Πρίνστον μέχρι τη διακήρυξη του ΠΑΚ τον Νοέμβρη του 1970 όπου, για πρώτη φορά, ο Παπανδρέου χαρακτήρισε τη χούντα «αμερικανική κατοχή» και δήλωσε ότι «ο αγώνας είναι εθνικοαπελευθερωτικός». Η «μετάβαση» από τη θεωρία στην πράξη έγινε σταδιακά, με τρόπο άμεσα συνδεδεμένο με την πολιτική συγκυρία μετά την ορκωμοσία του Νίξον ως προέδρου των ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 1969. Μάλιστα, τα στάδια της «ριζοσπαστικοποίησης» του Παπανδρέου αντιστοίχισαν με τα δύο πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Νίξον.

Στο πρώτο έτος, η αμερικανική πολιτική προς τη χούντα μπήκε σε μία φάση αναθεώρησης. Ωστόσο, ήδη από τον Ιούνιο του 1969, ο Νίξον είχε δώσει σαφή εντολή στον σύμβουλό του για την εθνική ασφάλεια, τον Χένρι Κίσινγκερ, ότι επιθυμούσε την πλήρη αποκατάσταση της στρατιωτικής βοήθειας στην Ελλάδα. Εκκρεμούσε μόνο η απαιτούμενη εσωτερική διυπουργική συνεννόηση, πρωτίστως μεταξύ του Πενταγώνου και του υπουργείου Εξωτερικών, για την υιοθέτηση και εφαρμογή μιας ήδη ειλημμένης απόφασης. Σημειώνω ότι η απόφαση για την επανάληψη της βοήθειας υπήρξε μια πράξη υψίστης πολιτικής σημασίας για όλους τους εμπλεκόμενους στην ελληνική υπόθεση, διότι υπήρξε η μόνη απομένουσα ένδειξη της δυσαρέσκειας της Ουάσιγκτον, έστω προσποιητά, για το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα. Και λόγω αυτής της πολιτικής της σημασίας, η απόφαση έγινε αντικείμενο έντονων διενέξεων μεταξύ της κυβέρνησης Νίξον και, από τη μία μεριά, των φιλελεύθερων στο Κογκρέσο που (λόγω του πολέμου στο Βιετνάμ) επιχείρησαν να συγκρατήσουν την επεκτατική πολιτική της εκτελεστικής εξουσίας και, από την άλλη, των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ, όπως η Νορβηγία, Δανία και Ολλανδία, όπου το απριλιανό πραξικόπημα προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση λόγω της επανεμφάνισης του φασισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Στις αρχές Οκτωβρίου του 1969, επιτεύχθηκε η απαιτούμενη συνεννόηση στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας. Ενα μήνα αργότερα, επισημοποιήθηκε η απόφαση με γραπτές οδηγίες που δόθηκαν και προφορικά από τον πρόεδρο Νίξον στον νεοδιορισμένο πρέσβη των ΗΠΑ, Χένρι Τάσκα, τον Δεκέμβριο, λίγο πριν από την αναχώρησή του για την Αθήνα. Στη συνάντησή τους στο Οβάλ Γραφείο, ο Νίξον ενημέρωσε τον Τάσκα ότι ο «βασικός λόγος» για την επανάληψη της στρατιωτικής βοήθειας ήταν «το υπερισχύον συμφέρον που έχουν οι ΗΠΑ στα στρατιωτικά δικαιώματα και εγκαταστάσεις στην Ελλάδα». Επίσης, ο Τάσκα εξουσιοδοτήθηκε, όταν θα φθάσει στην Αθήνα, να ενημερώσει τον δικτάτορα-πρωθυπουργό Παπαδόπουλο ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να άρουν πλήρως το εμπάργκο που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση Τζόνσον, και μάλιστα άνευ όρων, δηλαδή χωρίς έμπρακτα βήματα από το στρατιωτικό καθεστώς για την εφαρμογή του χουντικού συντάγματος του 1968 ως αντάλλαγμα.

i-rizospastikopoiisi-toy-pak2
Ο Ανδρ. Παπανδρέου με τον στενό συνεργάτη του Γ. Κίσσονα στη Γερμανία.

Ακαρπες πρωτοβουλίες Ελλήνων πολιτικών

Πρέπει να επισημανθεί ότι ολόκληρη η διαδικασία αυτή παρέμεινε άκρως μυστική για λόγους που περιέγραψε ο Κίσινγκερ κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της απόφασης. Σε ένα μνημόνιο για τον Νίξον, έγραψε ότι «το τακτικό ζήτημα είναι πώς να σκηνοθετήσει την επανάληψη [της στρατιωτικής βοήθειας] χωρίς να προκαλέσει οξεία αντίδραση σε πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και μία πρόσθετη επίθεση [στο Κογκρέσο] στον Νόμο περί Εξωτερικής Στρατιωτικής Βοήθειας». Το κύριο βάρος της μεταχείρισης αυτής της τακτικής έπεφτε στο υπουργείο Εξωτερικών. Η εκτέλεση αυτής της αποστολής θα απορροφήσει την προσοχή των υπεύθυνων της αμερικανικής πολιτικής προς την Ελλάδα στους πρώτους εννέα μήνες του 1970.

Για τους πολιτικούς αντιπάλους της χούντας, το πρώτο έτος της κυβέρνησης Νίξον χαρακτηρίστηκε από έντονες, αν και δικαιολογημένα ακατάστατες διαβουλεύσεις ανάμεσα στους εκπρόσωπους των πολιτικών κομμάτων, μέσα και έξω από την Ελλάδα. Το κύριο αντικείμενο των διαβουλεύσεων ήταν οι συνεννόηση πάνω σε ένα κοινό minimum πρόγραμμα προκειμένου να πείσουν τους Αμερικανούς να υποστηρίξουν την αντικατάσταση της χούντας από μία μεταβατική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Καραμανλή, που θα οδηγήσει τη χώρα σε δημοκρατικές εκλογές. Σε αυτή την προσπάθεια συμμετείχαν και ο Καραμανλής, ο οποίος κανονικά απείχε από τέτοιες ενέργειες, και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος ήταν, κατά βάθος, δύσπιστος ως προς τις προοπτικές της. Ωστόσο, οι διαβουλεύσεις προσέκρουσαν στις εσωτερικές διαφωνίες των συμμετεχόντων. Από τη μια μεριά, ο Παπανδρέου επέμενε στον μη αποκλεισμό της Αριστεράς από όποια συμφωνία. Και από την άλλη, ο Καραμανλής έγραφε στον Κανελλόπουλο, στο τέλος μιας ήδη επισφαλούς διαδικασίας, ότι «είμαι απρόθυμος να γίνω εντολοδόχος του πολιτικού κόσμου και να εκτελώ πρόγραμμα υπαγορευόμενον και ελεγχόμενον παρ’ αυτού».

Στη συνέχεια, όμως, ο κατά κανόνα επιφυλακτικός Καραμανλής προχώρησε στις 30 Σεπτεμβρίου σε μακροσκελείς δηλώσεις στον «Monde» και στους «Times» του Λονδίνου με σκοπό να κινητοποιήσει παράγοντες μέσα και έξω από την Ελλάδα για την ανατροπή της χούντας. Κατά τρόπο ειρωνικό, οι δηλώσεις του έγιναν τις ίδιες ημέρες κατά τις οποίες, πίσω από έναν τοίχο μυστικότητας, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΠΑ ολοκλήρωνε τις διαβουλεύσεις για την επανάληψη στρατιωτικής βοήθειας στη χούντα. Γρήγορα, και πάρα τις υποστηρικτικές δηλώσεις και του Ανδρέα Παπανδρέου, ξεφούσκωσε η πρωτοβουλία του Καραμανλή, ο οποίος γύρισε, πικραμένος, στη σιωπή. Η έκδηλη αδιαφορία των Αμερικανών στην πρωτοβουλία του Καραμανλή επιβεβαίωσε την εκτίμηση του Παπανδρέου ότι το Πεντάγωνο ήταν κυρίαρχο στη χάραξη της αμερικανικής πολιτικής προς την Ελλάδα. Καθώς έφθασε ο Τάσκα στην Αθήνα για να συσφίγξει τις σχέσεις των ΗΠΑ με τη χούντα, και ο Καραμανλής αποσύρθηκε από την ενεργό εμπλοκή στην ελληνική υπόθεση, ο αρχηγός του ΠΑΚ ανακοίνωσε μία «νέα φάση» για την «κλιμάκωση του αγώνα του λαού μας, για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τις αδίστακτες δυνάμεις κατοχής». Ενα μέτωπο αυτού του αγώνα θα είναι η παρεμβολή της ελληνικής υπόθεσης στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Αυτή η νέα φάση του αγώνα θα διαρκέσει σχεδόν ολόκληρο το 1970. Και με την αποτυχία της, ο Παπανδρέου θα φθάσει επιτέλους στο κατώφλι του τρίτου δρόμου.

* Ο κ. Σπύρος Δραΐνας είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ανδρέας Παπανδρέου: Η Γέννηση ενός Πολιτικού Αντάρτη», εκδόσεις Ψυχογιός.