ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στην επιχειρηματολογία των αριθμών ποντάρει το ΥΠΟΙΚ

stin-epicheirimatologia-ton-arithmon-pontarei-to-ypoik-2273104

Με στοιχεία και πίνακες προσήλθε το οικονομικό επιτελείο στη διαπραγμάτευση για τη μη περικοπή των συντάξεων με τους εκπροσώπους των θεσμών την περασμένη εβδομάδα, επιχειρώντας να πείσει ότι το μέτρο δεν είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και επομένως δεν υπάρχει λόγος να εφαρμοστεί, προκαλώντας αχρείαστο πόνο στους συνταξιούχους.

Στην πραγματικότητα, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο Γιώργος Χουλιαράκης γνωρίζουν ότι πέρα από το οικονομικό του περιεχόμενο, το θέμα είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτικό. Αρκετοί από τους θεσμούς διαμηνύουν εδώ και καιρό –το ίδιο έκαναν με κατηγορηματικό τρόπο ο Ζαν -Κλοντ Γιούνκερ και ο Κλάους Ρέγκλινγκ την περασμένη εβδομάδα– ότι οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Γιατί επιμένουν στο σημείο αυτό; Οπως εξηγούσε ευρωπαϊκή πηγή, απαντώντας σε ερώτηση της «Κ», η μη εφαρμογή του μέτρου της μείωσης των συντάξεων μπορεί να εκληφθεί, από την κοινή γνώμη της Ευρώπης, τις αγορές κ.λπ., ως υπαναχώρηση έναντι των δεσμεύσεων της χώρας. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συνέπειες θα είναι πολύ αρνητικές. «Υπάρχει ισχυρός λόγος να γίνει ό,τι έχει συμφωνηθεί, να φανεί ότι η Ελλάδα επιμένει στην εφαρμογή των δεσμεύσεών της», έλεγε η πηγή.

Με άλλα λόγια, οι θεσμοί και τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης δίνουν μεγάλη βαρύτητα στον συμβολισμό της απόφασης ως προς την εν γένει μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας και θέλουν να αποφύγουν πάση θυσία να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η χώρα, που προκάλεσε το μεγαλύτερο πρόβλημα τα τελευταία χρόνια στην Ευρωζώνη, σπεύδει να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις της την επομένη κιόλας της εξόδου της από το μνημόνιο.

Οι χειρισμοί της κυβέρνησης, με τις δημόσιες ανακοινώσεις αξιωματούχων υπέρ της μη εφαρμογής του μέτρου και το τηλεγράφημα του ΑΠΕ την Παρασκευή που προεξοφλούσε τη σύμφωνη γνώμη των θεσμών σε αυτό, δεν βοήθησαν τις κυβερνητικές επιδιώξεις. Ισως γι’ αυτό, υψηλόβαθμο στέλεχος του οικονομικού επιτελείου έσπευσε να διαψεύσει τις πληροφορίες του κρατικού πρακτορείου, λέγοντας ότι οι συναντήσεις με τους θεσμούς στην Αθήνα την περασμένη εβδομάδα δεν αποτέλεσαν πεδίο αποφάσεων, αλλά μόνο ανταλλαγής πληροφοριών και απόψεων και επομένως δεν θα μπορούσαν οι δανειστές να τοποθετηθούν ούτε αρνητικά ούτε θετικά επί της κυβερνητικής πρότασης.

Το υπουργείο Οικονομικών επανήλθε, σε άτυπη ενημέρωση το βράδυ της Παρασκευής, στην επιχειρηματολογία των αριθμών, στην οποία ποντάρει για να πείσει τους θεσμούς και το Eurogroup να συμφωνήσουν στην ακύρωση του μέτρου. Τι υποστηρίζει το υπουργείο:

1. Οτι το μέτρο δεν είναι διαρθρωτικό, με την έννοια της εξασφάλισης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού. Τα στοιχεία του δείχνουν ότι μεσοπρόθεσμα, ώς το 2030, η μη περικοπή της προσωπικής διαφοράς επιβαρύνει μόνο κατά 0,5% του ΑΕΠ τη δαπάνη του ασφαλιστικού και σε κάθε περίπτωση αυτή δεν ξεπερνά το όριο του 16,2% του ΑΕΠ.

2. Οτι η δημοσιονομική επίπτωση της μη περικοπής των συντάξεων το 2019 (1% του ΑΕΠ) μπορεί να αντισταθμιστεί από την περικοπή των αντίμετρων και μάλιστα όχι όλων, καθώς ένα μέρος αυτών μπορεί να χρηματοδοτηθεί από το προβλεπόμενο υπερπλεόνασμα του 2019.

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου, το υπερπλεόνασμα του 2019 μπορεί και να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ (έναντι πρόβλεψης του μεσοπρόθεσμου για 868 εκατ. ευρώ).

Μερική εφαρμογή

Σύμφωνα με μια κυβερνητική πηγή, η Αθήνα θα συζητούσε και σενάριο μερικής εφαρμογής του μέτρου, μόνο για συντάξεις από ένα ύψος και πάνω, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερο περιθώριο εφαρμογής των αντίμετρων.
Προς το παρόν, πάντως, κυβέρνηση και θεσμοί δεν έχουν καν συμφωνήσει ως προς το ύψος του υπερπλεονάσματος του 2019. Επομένως, δεν είναι σαφές αν και ποια αντίμετρα θα μπορούσαν να καλυφθούν από αυτό. Σημειωτέον ότι οι θεσμοί θα ήθελαν να δουν να εφαρμόζονται ιδίως οι φοροελαφρύνσεις, καθώς θεωρούν ότι θα έχουν έντονο αναπτυξιακό αποτέλεσμα.

Γεγονός είναι, βεβαίως, ότι η απόφαση για περικοπή των παλαιών συντάξεων, απαλείφοντας την προσωπική διαφορά, που άφησε ο νόμος Κατρούγκαλου, ήταν αποτέλεσμα της πίεσης του ΔΝΤ, και όχι των ευρωπαϊκών θεσμών. Το Ταμείο θεωρούσε το μέτρο αυτό, όπως και τη μείωση του αφορολογήτου, που έχει ψηφιστεί για να εφαρμοστεί από 1/1/2020, δημοσιονομικά απαραίτητα για την εξασφάλιση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, αλλά και διαρθρωτικού χαρακτήρα. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί τάχθηκαν τελικά κι αυτοί υπέρ των μέτρων, διατηρώντας, όμως, τις επιφυλάξεις τους ως προς τη δημοσιονομική αναγκαιότητά τους κι έτσι προέκυψε η ιδέα των αντιμέτρων. Εφόσον η εφαρμογή των μέτρων θα οδηγούσε σε υπέρβαση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, θα εφαρμόζονταν τα αντίμετρα, καθιστώντας το τελικό αποτέλεσμα δημοσιονομικά ουδέτερο, όπως έλεγε τότε και ο επίτροπος Πιερ Μοσκοβισί.

Από τη στιγμή που ψηφίστηκαν, όμως, τα μέτρα –και τα αντίμετρα– οι Ευρωπαίοι τα υιοθέτησαν, τα θεώρησαν μέρος της συμφωνίας. Μιας συμφωνίας που δεν θέλουν να δοθεί η εντύπωση ότι ξηλώνεται. Αυτό επαναλαμβάνουν σε όλους τους τόνους οι αξιωματούχοι τους, λέγοντας το «pacta sunt servanda».

Πηγή της Κομισιόν διεμήνυσε σε συνομιλητή της στην Αθήνα την περασμένη εβδομάδα ότι το θέμα θα εξεταστεί τον Νοέμβριο, αφού πρώτα είναι διαθέσιμα τα τελευταία στοιχεία για τον προϋπολογισμό του 2019. Η κυβέρνηση θα καταθέσει το προσχέδιό του την 1η Οκτωβρίου και στη συνέχεια θα το αποστείλει στην Κομισιόν στις 15 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο του λεγόμενου Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Δεν είναι ακόμη σαφές αν στο προσχέδιο αυτό θα ενσωματώνεται η περικοπή των συντάξεων –εν αναμονή της συμφωνίας με τους θεσμούς για μια ενδεχόμενη αναστολή της– ή όχι.

Από την Κομισιόν, το προσχέδιο θα περάσει στoυς υπουργούς Οικονομικών, από τους οποίους ορισμένοι είναι βέβαιο ότι κάθε άλλο παρά θα ενθουσιαστούν από την ιδέα της υπαναχώρησης έναντι των συμφωνηθέντων, ακόμη κι αν τα οικονομικά στοιχεία θα μπορούσαν να στηρίξουν μια τέτοια απόφαση. Το ίδιο ισχύει και για τις αγορές.