ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

24ωρη γραμμή Ελλάδας-Τουρκίας για αποφυγή σύγκρουσεων

Εκδοχή του κειμένου που παρέδωσε ο Γενς Στόλτενμπεργκ στους στρατιωτικούς αντιπροσώπους Ελλάδας και Τουρκίας, με σκοπό τη δημιουργία «μηχανισμού αποτροπής συγκρούσεων» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κοντά σε τελική, επίσημη συμφωνία για εγκαθίδρυση μιας 24ωρης γραμμής ανάμεσα στις ανώτατες στρατιωτικές αρχές σε Ελλάδα και Τουρκία, με σκοπό την αποφυγή ατυχήματος στον Εβρο, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, βρίσκονται οι αντιπροσωπείες των δύο χωρών που συζητούν τις τελευταίες εβδομάδες με τη διαμεσολάβηση του Βρετανού προέδρου της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, Στιούαρτ Πιτς, αλλά και του Αμερικανού αντιπροέδρου της, Σκοτ Κίντσβατερ. 

H «Κ» αποκαλύπτει μια από τις πρώτες εκδοχές του άτυπου εγγράφου που είχε συντάξει ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ και αποτέλεσε πρόπλασμα για την ανταλλαγή απόψεων Ελλάδας και Τουρκίας, έργο που ανέλαβαν τις προηγούμενες ημέρες οι στρατιωτικοί αντιπρόσωποι των δύο χωρών, ο αντιναύαρχος Ιωάννης Παυλόπουλος και ο ομόλογός του αντιπτέραρχος Ισμαήλ Ουνέρ. Εως σήμερα το έγγραφο έχει υποστεί τουλάχιστον οκτώ μετατροπές, έπειτα από ισάριθμες προτάσεις που κατέθεταν προς τον πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο της Στρατιωτικής Επιτροπής ο εκπρόσωπος της Ελλάδας ή της Τουρκίας, υπό τη μορφή υποβολής σχολίων.

Από τις επτά παραγράφους του άτυπου εγγράφου με τίτλο «προσχέδιο προκαταρκτικού εγγράφου για τον μηχανισμό αποτροπής συγκρούσεων του ΝΑΤΟ», πλέον ενδεικτική της μορφής των επαφών ανάμεσα στις δύο αντιπροσωπείες είναι η πέμπτη. Τονίζεται ότι «για να διασφαλίσουμε ότι τα έθνη μας έχουν το όφελος της στρατιωτικής κατεύθυνσης και ηγεσίας στο υψηλότερο επίπεδο, δεσμευόμαστε στην άμεση διαθεσιμότητα 24ωρων γραμμών απευθείας επικοινωνίας μέσω ασφαλών νατοϊκών και διμερών δικτύων επικοινωνίας, ώστε να μπορούμε να έλθουμε σε επαφή και να ξεκινήσουμε την αποκλιμάκωση όποτε είναι απαραίτητο και να συζητήσουμε επείγοντα ζητήματος ενδιαφέροντος που προκύπτουν από τις στρατιωτικές δραστηριότητες και τους ελιγμούς μας». 

Προηγουμένως, στην τρίτη παράγραφο υπάρχει σαφής αναφορά στις δραστηριότητες του «Ορούτς Ρέις» και στην ανάγκη απόσυρσης των ναυτικών μονάδων από την περιοχή. Τονίζεται, συγκεκριμένα, ότι «συμφωνούμε ώστε άμεσα και μεθοδικά να αποχωρήσουν όλες οι ευρισκόμενες σε κόκκινο συναγερμό αεροπορικές και θαλάσσιες αναπτύξεις δραστηριοτήτων που άρχισαν ως αποτέλεσμα των πρόσφατων διμερών εντάσεων, ξεκινώντας με την απόσυρση όλων των ναυτικών μονάδων και των σχετικών πολιτικών σκαφών από το σύνολο της περιοχής της αντιπαράθεσης, με σκοπό την αποκλιμάκωση και την αποφυγή των συγκρούσεων». Σημειώνεται ότι η ελληνική πλευρά είχε προτείνει και την ονομαστική αναφορά του «Ορούτς Ρέις» στο υπό διαμόρφωση κείμενο, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έγινε δεκτό από την τουρκική.

Αν και ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος συμμετείχε στην τηλεδιάσκεψη των αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων του ΝΑΤΟ υπό τον πρόεδρο της Στρατιωτικής Επιτροπής την περασμένη Παρασκευή, κάτι τέτοιο δεν τέθηκε υπό συζήτηση. Ωστόσο, όπως τονίζουν καλά πληροφορημένες πηγές, σκοπός των επαφών σε επίπεδο ΝΑΤΟ δεν είναι παρά η αναβίωση, με πιο συνεκτικό τρόπο, των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Οπως φάνηκε και από την επικοινωνιακή διαχείριση της ανταλλαγής απόψεων ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, η Αθήνα δεν επιθυμεί βαθύτερη εμπλοκή του ΝΑΤΟ. 

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, η Αθήνα θεωρεί ότι εμπλέκοντας το ΝΑΤΟ η Αγκυρα επιθυμεί να αμβλύνει τις γωνίες, που δεν είναι άλλες από την αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, και να τις παρουσιάσει ως «διμερείς» διαφορές. Υπενθυμίζεται ότι σε προηγούμενη φάση, και με την ενθάρρυνση του ΝΑΤΟ, αυτός ο διμερής μηχανισμός αποφυγής συγκρούσεων και αποτροπής ατυχημάτων σχεδιαζόταν να γίνει αντικείμενο συζητήσεων σε επίπεδο αρχηγών Ενόπλων Δυνάμεων, δηλαδή ανάμεσα στον κ. Φλώρο και στον Τούρκο ομόλογό του Γιασάρ Γκιουλέρ.
Πρακτικά οι συζητήσεις στο ΝΑΤΟ συνιστούν μια προσπάθεια να επανέλθουν σε ισχύ θέματα για τα οποία υπήρχε πολυετής συμφωνία ανάμεσα σε Αθήνα και Αγκυρα. Στις 10 Ιουνίου 2006, οι τότε υπουργοί Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη και Αμπντουλάχ Γκιούλ, σε συνάντηση που είχαν στην Κωνσταντινούπολη, είχαν συμφωνήσει στην ενεργοποίηση 24ωρης «κόκκινης γραμμής» ανάμεσα στα αεροπορικά στρατηγεία Λάρισας και Εσκί Σεχίρ, την επέκταση του μνημονίου Γιλμάζ – Παπούλια από δύο σε τρεις μήνες (δηλαδή του θερινού μορατόριουμ), αλλά και την εγκαθίδρυση απευθείας «κόκκινης γραμμής» ανάμεσα στους αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο χωρών.

Η επικοινωνία του 2016

Πρακτικά αυτή η «κόκκινη γραμμή» λειτούργησε μέχρι την απόπειρα πραξικοπήματος. Ενδεικτικό παράδειγμα ήταν η επικοινωνία που είχαν τον Απρίλιο του 2016 οι τότε αρχηγοί ΓΕΑ Ελλάδας, Χρήστος Βαΐτσης, και Τουρκίας, Αμπιντίν Ουνάλ, όταν ένα τουρκικό ιπτάμενο τάνκερ KC-135 πέταξε πάνω από τη Λέσβο ενώ ανεφοδίαζε ένα τουρκικό F-4. Η υπερπτήση ενεργοποίησε την «κόκκινη γραμμή», τα τουρκικά αεροσκάφη απομακρύνθηκαν και η περαιτέρω κρίση αποφεύχθηκε. Μάλιστα, δύο μήνες αργότερα (τον Ιούνιο του 2016) ο κ. Βαΐτσης πραγματοποίησε ως αρχηγός ΓΕΑ επίσημη επίσκεψη στην Αγκυρα, προσκεκλημένος του ομολόγου του.

Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο 2016 στην Τουρκία, οι όποιοι υφιστάμενοι στρατιωτικοί δίαυλοι σε ανώτατο επίπεδο διακόπηκαν. Εκτοτε, σε αρκετές από τις κρίσεις που έχουν προκύψει, με πλέον ενδεικτικό παράδειγμα τη σύλληψη και επί εξάμηνο κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών τον Μάρτιο του 2018, ακόμα και οι επαφές σε χαμηλό στρατιωτικό επίπεδο ατόνησαν. Τις πρώτες ώρες μετά τη σύλληψη των δύο ανδρών υπήρχαν περιορισμένες επαφές σε επίπεδο διοικητών τοπικών στρατιωτικών σχηματισμών στις δύο πλευρές του Εβρου. Σήμερα, σχεδόν δυόμισι χρόνια μετά, οι απευθείας επαφές ανάμεσα στις ανώτατες στρατιωτικές ηγεσίες των δύο χωρών είναι πρακτικά ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα η διαχείριση κρίσεων να γίνεται σε τοπικό επίπεδο.