ΑΠΟΨΗ

Σε δύσβατο μονοπάτι οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις

se-dysvato-monopati-oi-amerikanotoyrkikes-scheseis-561334597

Ο αντιαμερικανισμός αποτελεί εδώ και πολύ καιρό χαρακτηριστικό του πολιτικού λόγου στην Τουρκία, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει μετακινηθεί από το αριστερό και το εθνικιστικό-ισλαμιστικό περιθώριο του πολιτικού φάσματος στο κυρίως ρεύμα. Πλέον καλλιεργείται ενεργά από κυβερνητικούς αξιωματούχους και από τα ελεγχόμενα από την κυβέρνηση ΜΜΕ, για παράδειγμα μέσω της προβολής θεωριών συνωμοσίας, που ισχυρίζονται ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν συνεχώς να ανατρέψουν τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν.
 
Αυτές οι θεωρίες συνωμοσίας, που έχουν ευρεία απήχηση, χρησιμεύουν ως αποδιοπομπαίος τράγος για τις αποτυχίες του Ερντογάν και εμμέσως μεγαλοποιούν τo διεθνές εκτόπισμά του. Η ικανότητα του Ερντογάν να αψηφά τις ΗΠΑ και να αποτρέπει τις φαντασιακές αυτές συνωμοσίες, έχει βρεθεί στο επίκεντρο του αφηγήματος περί μετατροπής της Τουρκίας σε παγκόσμιο παράγοντα ισχύος. Το αφήγημα αυτό δυσχεραίνει την υιοθέτηση μιας συμβιβαστικής στάσης απέναντι στην Ουάσιγκτον, καθώς κάτι τέτοιο θα εκλαμβανόταν ως μορφή υποταγής.
 
Ωστόσο, ο αντιαμερικανισμός του καθεστώτος Ερντογάν συνυπάρχει με την επιθυμία να επαινεθεί ή, τουλάχιστον, να αναγνωριστεί από την πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο – και οι προσωπικές επαφές, μέσω τηλεφώνου ή διά ζώσης, παίζουν σημαντικό ρόλο στην τουρκική κουλτούρα, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής. Η υποψία στην Αγκυρα είναι ότι η επιλογή του προέδρου Τζο Μπάιντεν να μην ακολουθήσει τους προκατόχους του επικοινωνώντας με τον Ερντογάν αμέσως μετά την ορκωμοσία του είναι είτε ένδειξη εχθρότητας ή, ακόμη πιο επιζήμιο για την υπερηφάνεια του Τούρκου προέδρου, ένα σήμα ότι δεν τον θεωρεί τόσο σημαντικό. Σε αυτό το πλαίσιο, σχεδόν οποιαδήποτε μορφή άμεσης επικοινωνίας θα ήταν ευπρόσδεκτη από τον Ερντογάν. Η πεποίθησή του πως μπορεί να πετύχει σε μια «μεγάλη συμφωνία» με τον Αμερικανό πρόεδρο εάν οι δύο ηγέτες μιλήσουν απευθείας είναι ανόητη, όσο και ενδεικτική απελπισίας.
 
Ο Ερντογάν θεωρείται πλέον στην Ουάσιγκτον αποσταθεροποιητικός παρά σταθεροποιητικός παράγοντας, σε μια περιοχή ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα. Η παλαιότερη διάθεση της Ουάσιγκτον να κάνει παραχωρήσεις στον Τούρκο πρόεδρο εξαιτίας της ένταξης της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ έχει πλέον εκλείψει. Η απροθυμία του Μπάιντεν, μέχρι στιγμής, να εμπλακεί άμεσα με τον Ερντογάν, σηματοδοτεί στην Τουρκία ότι οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον διατεθειμένες να παράσχουν διευκολύνσεις στην Αγκυρα.
 
Το τι θα συμβεί στη συνέχεια θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον Ερντογάν. Εάν κάνει μια κίνηση που θεωρείται ότι απειλεί τα αμερικανικά συμφέροντα –όπως μία νέα στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Κούρδων του SDF στη Συρία (συμμάχων της Ουάσιγκτον στην εκστρατεία κατά του Ισλαμικού Κράτους)– θα υπάρξει σθεναρή αντίδραση. Ομοίως, τυχόν περαιτέρω αγορές αμυντικού εξοπλισμού από τη Ρωσία θα πυροδοτήσουν επιπλέον κυρώσεις. Ακόμη και χωρίς τέτοιες κινήσεις, οι διμερείς σχέσεις είναι πιθανό να παραμείνουν τεταμένες.
 
Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο απότομης επιδείνωσης των σχέσεων εξαιτίας ενεργειών της αμερικανικής πλευράς. Αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο, έχει ενισχυθεί η δυναμική στην Ουάσιγκτον για επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων την Ημέρα Μνήμης για το γεγονός στις 24 Απριλίου. Ο Μπάιντεν δεσμεύθηκε να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Η αντιπρόεδρος Κάμαλα Χάρις προέρχεται από την Καλιφόρνια, όπου υπάρχει μεγάλη αρμενοαμερικανική κοινότητα, και ήταν ο συγχορηγός ενός ψηφίσματος της Γερουσίας για την αναγνώριση της Γενοκτονίας το 2019.
 
Οι τουρκικές κυβερνήσεις διαχρονικά αρνούνται μετά βδελυγμίας τον ρόλο της Τουρκίας στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Η αναγνώρισή της από την κυβέρνηση Μπάιντεν πιθανόν να πυροδοτήσει την οργισμένη αντίδραση όχι μόνον από τον Ερντογάν, αλλά και ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, καθώς η άρνηση της Γενοκτονίας είναι ένα από τα λίγα ζητήματα στα οποίο συμφωνούν όλα τα μείζονα πολιτικά κόμματα. Στο παρελθόν πάντως, παρότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας από άλλες χώρες προκάλεσε αγανάκτηση στην Τουρκία, δεν είχε σοβαρές πρακτικές συνέπειες.
 
Ενα άλλο ζήτημα που θα βρεθεί στο προσκήνιο είναι η υπόθεση της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, που κατηγορείται ότι παρέκαμψε τις αμερικανικές κυρώσεις εναντίον του Ιράν (η δίκη αναμένεται να ξεκινήσει στη Νέα Υόρκη στις 3 Μαΐου). Είναι πιθανό να καταδικαστεί και να της επιβληθεί πρόστιμο πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Ερντογάν τότε θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ της ταπείνωσης της καταβολής του προστίμου και του κινδύνου αποκλεισμού της Halkbank από τη διενέργεια χρηματοοικονομικών συναλλαγών μέσω αμερικανικών ιδρυμάτων – κάτι που θα μπορούσε ενδεχομένως να συνθλίψει την τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα στην Τουρκία, η οποία ειδικεύεται σε προγράμματα παροχής χρηματοδότησης σε μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις.
 
Ο Ερντογάν εξακολουθεί να είναι αβέβαιος για το αν ο Μπάιντεν θα είναι απλώς λιγότερο εξυπηρετικός από τον Τραμπ ή θα έλθει σε ενεργό αντιπαράθεση μαζί του. Θα το ανακαλύψει σύντομα.
 
* Ο δρ Βολφάνγκο Πίκολι είναι συμπρόεδρος της εταιρείας πολιτικής συμβουλευτικής Teneo.