ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η νέα γεωπολιτική του Αιγαίου

i-nea-geopolitiki-toy-aigaioy-561334717

Η αμερικανική πολιτική ελίτ πάσχει, εδώ και δεκαετίες, από το «σύνδρομο της χαμένης χώρας». Ξεκίνησε με την κυβέρνηση Τρούμαν που δεν απέτρεψε την ήττα των εθνικιστικών δυνάμεων από τους κομμουνιστές του Μάο Τσετούνγκ στην ηπειρωτική Κίνα το 1949. Στη συνέχεια, ο Κένεντι κατηγορήθηκε για την οριστική επικράτηση του Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα μετά την αποτυχημένη εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων το 1961. Η κυβέρνηση Νίξον δεν κατόρθωσε να εμποδίσει την κατάρρευση του Νoτίου Βιετνάμ το 1975, ενώ ο Κάρτερ χρεώθηκε την ανατροπή του σάχη από την Ιρανική Επανάσταση το 1979. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι μόλις τώρα αποδέχονται αυτό που αρνούνταν επί σειράν ετών: η ερντογανική Τουρκία απομακρύνεται από τη Δύση.
 
Πρόκειται για μια εξέλιξη με τεράστιες συνέπειες για την περιφερειακή ασφάλεια. Ο πρόεδρος Μπάιντεν και το επιτελείο του έχουν αποφασίσει να οικοδομήσουν μια στρατηγική ανάσχεσης της Ρωσίας· ένας νέος ψυχρός πόλεμος ξεκινάει. Η γραμμή αντιπαράθεσης με τη Μόσχα αρχίζει από τη Βαλτική Θάλασσα, περνάει μέσα από την Ανατολική Ευρώπη και καταλήγει στη Μαύρη Θάλασσα. Λόγω γεωγραφικής θέσης και συμμετοχής στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία θα έπρεπε να παίζει κομβικό ρόλο στους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον έχει απολέσει τον κυριότερο σύμμαχό της στο εσωτερικό της χώρας.
 
Μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, ο στρατός ήταν ο εγγυητής του φιλοδυτικού προσανατολισμού της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Από τότε μέχρι σήμερα, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Η πρόσφατη επικριτική επιστολή των απόστρατων ναυάρχων τάραξε τα λιμνάζοντα νερά στην τουρκική πρωτεύουσα. Η πιθανότητα ενός νέου πραξικοπήματος όμως είναι μικρή. Το σώμα των εν ενεργεία αξιωματικών, στην πλειονότητά του, παραμένει πιστό στην εκτελεστική εξουσία και ενστερνίζεται την αντιδυτική ιδεολογία του ισλαμοεθνικισμού. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, το καθεστώς Ερντογάν ενίσχυσε τον πολιτικό έλεγχο των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων (ΤΕΔ)· ο υπουργός Αμυνας είναι πλέον ισχυρότερος του Α/ΓΕΕΘΑ. Η περιθωριοποίηση του στρατού στο εσωτερικό άνοιξε τον δρόμο για έναν πιο ενεργό ρόλο στο εξωτερικό.
 
Με αργά αλλά σταθερά βήματα, η Τουρκία έχει ισχυροποιήσει τη στρατιωτική της παρουσία από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι το Κέρας της Αφρικής και από την Κεντρική Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Η Αγκυρα έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο στρατιωτικών βάσεων που της επιτρέπουν να παρακολουθεί και να συνδιαμορφώνει τις γεωπολιτικές εξελίξεις (π.χ. Λιβύη, Κατάρ, Σομαλία). Παράλληλα, ο τουρκικός στρατός διαθέτει ημιμόνιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Συρία και στο Ιράκ, από όπου εφορμά εναντίον κουρδικών ένοπλων οργανώσεων. Ετσι, ο Ταγίπ Ερντογάν μετέτρεψε τον τουρκικό στρατό σε μακρύ δόρυ του νεοοθωμανικού οράματος για περιφερειακή ηγεμονία.
 
Η εκπόνηση ενός φιλόδοξου εξοπλιστικού προγράμματος έδωσε ώθηση στις δυνατότητες των ΤΕΔ. Σε λίγους μήνες, η χώρα θα αποκτήσει το δικό της αεροπλανοφόρο για να κάνει προβολή ισχύος στη Μεσόγειο. Παρά τα σημαντικά της προβλήματα, η τουρκική πολεμική αεροπορία έχει αναπτύξει μη επανδρωμένα αεροσκάφη τελευταίας γενιάς που αλλάζουν τα δεδομένα στο πεδίο της μάχης. Επίσης, οι ΤΕΔ προσπαθούν να αναπτύξουν πυραυλική τεχνολογία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
 
Πέρα από την εξοπλιστική φρενίτιδα, η τουρκική ηγεσία επενδύει στις νέες μορφές πολέμου. Η στρατολόγηση ισλαμιστών είναι κομμάτι του πολέμου διά υποκατάστατων (surrogate warfare) που εφαρμόζει η Αγκυρα εκεί όπου δεν θέλει να αφήνει ισχυρό στρατιωτικό αποτύπωμα. Σε αγαστή συνεργασία με τις καλά χρηματοδοτούμενες τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, οι ισλαμιστικές πολιτοφυλακές πολέμησαν με επιτυχία στη Λιβύη και στον αρμενικό θύλακο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η Τουρκία είναι πανταχού παρούσα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, χωρίς συνήθως τη συναίνεση των ΗΠΑ.
 
Τώρα γίνεται κατανοητό ότι η Αγκυρα κάνει μια διάγνωση του περιφερειακού περιβάλλοντος ασφάλειας η οποία διαφέρει σημαντικά από εκείνη της Ουάσιγκτον. Παρά τη θεαματική επιστροφή της στη Μέση Ανατολή, η Ρωσία αρχίζει να επικεντρώνεται στην περιοχή της Αρκτικής. Λόγω της κλιματικής αλλαγής, η Μόσχα δεν θα είναι απαραίτητο να έχει πρόσβαση στη ζεστή θάλασσα της Μεσογείου. Ηδη ο πρόεδρος Πούτιν έχει χαρακτηρίσει την Αρκτική «την πιο σημαντική περιοχή για το μέλλον της Ρωσίας», αφού ο Βόρειος Παγωμένος Ωκεανός θα γίνει πλεύσιμος σε λίγες δεκαετίες. Γι’ αυτό η τουρκική ηγεσία δεν φαίνεται να ανησυχεί πολύ για τις ρωσικές αντιδράσεις σε περίπτωση που προβεί σε αναθεώρηση της Συνθήκης του Μοντρέ. Από την τουρκική σκοπιά, το σημαντικότερο πρόβλημα ασφάλειας είναι ο αγώνας των Κούρδων να ιδρύσουν το δικό τους κράτος στην περιοχή. Η Αγκυρα ανησυχεί ιδιαιτέρως για την υποστήριξη που παρέχει η Ουάσιγκτον στους Κούρδους της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αμερικανική διπλωματία βρίσκεται μπροστά σε ένα αφόρητο δίλημμα. Αν ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στο καθεστώς Ερντογάν, μπορεί άθελά της να επισπεύσει την απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση. Αν δεν αντιδράσει καθόλου, τότε υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να παγιωθεί μια κατάσταση που θα υπονομεύει την ενότητα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας προς όφελος αντιδυτικών δυνάμεων. Επομένως, η πορεία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων θα συνεχίσει να είναι τρικυμιώδης.
 
Για την Ελλάδα, η γεωγραφία είναι η μοίρα και η ευκαιρία της. Με αμερικανική ενθάρρυνση συγκροτείται μια κοινότητα ασφάλειας (security community), όπου στον πυρήνα της βρίσκονται τρεις φιλελεύθερες δημοκρατίες της περιοχής, ήτοι Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ. Τα φιλοδυτικά καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ, μαζί με τη Γαλλία, σπεύδουν να συνταχθούν με την Αθήνα για να εξισορροπήσουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Το Αιγαίο εξελίσσεται σε σύνορο που χωρίζει δύο στρατόπεδα.
 
Την ώρα που οι νέοι συσχετισμοί ισχύος δεν ευνοούν την τουρκική πλευρά, η Αθήνα δεν έχει κανέναν λόγο να αλλάξει τη στάση της. Δεν διαλέξαμε εμείς τον δρόμο της αντιπαράθεσης με τη γειτονική χώρα. Στην ανατολή της τρίτης εκατονταετίας ανεξάρτητου βίου, η πρωταρχική επιδίωξη πρέπει να είναι η διασφάλιση της επιβίωσής μας. Ολα τα άλλα είναι δευτερεύοντα.
 
* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο King’s College London και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.