ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανάλυση: Μητσοτάκης – Ερντογάν: Προσωπική σχέση και επόμενα βήματα

analysi-mitsotakis-erntogan-prosopiki-schesi-kai-epomena-vimata-561399268

Ήταν μια διαφορετική συνάντηση. Σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες, τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2019, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και της επετειακής συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ αντίστοιχα, αυτή τη φορά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ταγίπ Ερντογάν ήταν μόνοι τους, χωρίς πολυμελείς αντιπροσωπείες, παρότι στις Βρυξέλλες βρίσκονταν οι υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας των δυο χωρών, Δένδιας και Τσαβούσογλου, Παναγιωτόπουλος και Ακάρ.

Μια κατ’ ιδίαν συνάντηση (ήταν παρόντες μόνο ο στενότερος σύμβουλος του Τούρκου προέδρου, Ιμπραήμ Καλίν, ο οποιος έκανε και χρέη διερμηνέα, και η επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του Ελληνα πρωθυπουργού, Ελένη Σουρανή) επιτρέπει να ειπωθούν πολλά, ίσως και πράγματα που δεν μπορούν να λεχθούν δημόσια, συχνά ούτε καν σε υπουργούς ή και άλλους συνεργάτες, να «σπάσει ο πάγος», να οικοδομηθεί σχέση εμπιστοσύνης, πολύ σημαντική για τους ίδιους τους ηγέτες, αλλά και τις χώρες τους στον βαθμό που έτσι αποφεύγονται παρεξηγήσεις και αχρείαστες εντάσεις.

Τούρκοι αξιωματούχοι επισημαίνουν σταθερά τα τελευταία χρόνια ότι ο ισχυρός άνδρας της Τουρκίας πιστεύει και επενδύει στις προσωπικές επαφές. Στο πλαίσιο αυτό, και ορμώμενος από την αξιοπιστία που είχε στο τουρκικό κατεστημένο ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και τον ρεαλισμό που διέκρινε τον πρώην πρωθυπουργό στα ελληνοτουρκικά, ο Ταγίπ Ερντογάν επιθυμούσε τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης με τον γιό του ευθύς μόλις ο τελευταίος ανέλαβε την πρωθυπουργία, με την προσδοκία πως στη βάση αυτή θα μπορούσαν να κάνουν βήματα και να φέρουν αποτελέσματα.

Μέχρι τώρα αυτό δεν είχε επιτευχθεί. Μένει να φανεί εάν η συνάντηση των Βρυξελλών άλλαξε το κλίμα σε προσωπικό επίπεδο. Εάν, όντως, έχει συμβεί αυτό, θα πρέπει να αναμένονται κινήσεις καλής θέλησης, έστω και αν αυτές δεν θα αφορούν τα ακανθώδη ζητήματα.

Σε ένα τέτοιο, διαφορετικό πλαίσιο, και παρά τις πολύ σημαντικές διαφωνίες που υπάρχουν, οι δυο πλευρές θα μπορούσαν να βρουν έναν τρόπο να διαχειριστούν τις διαφορές τους και η επικίνδυνη ένταση του 2020 θα αποτελέσει παρελθόν. Όλα θα εξαρτηθούν από τις προθέσεις, και, τελικά, τη συμπεριφορά της Άγκυρας.

Μπορεί, πάντως, να προωθηθεί άμεσα μια θετική ατζέντα, αρχίζοντας με τα «εύκολα» και συγκεκριμένες εμπορικές συνεργασίες, και παράλληλα να συνεχιστούν οι συνομιλίες για την επίλυση διαφορών και προβλημάτων, από τις θαλάσσιες ζώνες έως το προσφυγικό, σε ένα περιβάλλον ηρεμίας και μη διατάραξης της καλής γειτονίας. Και αυτό, φυσικά, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου το οποίο, παρεμπιπτόντως, και οι δυο χώρες επικαλούνται. Είναι άλλωστε, η μόνη κοινά αποδεκτή πυξίδα μιας πορείας που θα πρέπει να ακολουθηθεί, εάν όντως αναζητούμε την πλήρη ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων, αλλά και την επίλυση του Κυπριακού, σε ένα περιβάλλον αρχών και κανόνων, αλλά και ρεαλισμού και αλληλοσεβασμού, και σίγουρα όχι απειλών και προκλήσεων.

Αν η εκτίμηση του Ταγίπ Ερντογάν, σε βιντεοσκοπημένη παρέμβασή του στο forum του German Marshall Fund που διεξήχθη ταυτόχρονα με τη Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, ότι «η αναβίωση του διαλόγου με τη γείτονα και σύμμαχό μας Ελλάδα εξυπηρετεί τη σταθερότητα και την ευημερία της περιοχής μας, καθώς και την επίλυση διμερών ζητημάτων», είναι ειλικρινής, μπορούν να γίνουν βήματα.

Εναπόκειται στον ίδιο να το αποδείξει με τη συμπεριφορά του, και να πείσει τόσο την Ελλάδα όσο και τρίτους παράγοντες που παρακολουθούν με ενδιαφέρον τη συγκεκριμένη εξέλιξη, όπως είναι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση.