ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το κόψε-ράψε στο ταξίδι των ρούχων

Το κόψε-ράψε στο ταξίδι των ρούχων

Υφάσματα από την Ινδονησία και το Μπανγκλαντές, μάρκετινγκ ελληνικό, ραφή βουλγαρική και αλβανική. Η διαδρομή ενός ρούχου μέχρι να φτάσει (και) στα ράφια πολυτελών μπουτίκ σε Μιλάνο και Παρίσι «γράφει» πολλά χιλιόμετρα. Ξεκινάει από χώρες της Ασίας, συνεχίζει στα Βαλκάνια και καταλήγει στις βιτρίνες καταστημάτων σε μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Στην κατακερματισμένη διαδικασία παραγωγής ενδυμάτων για λογαριασμό μεγάλων οίκων μόδας συμμετέχει και η Ελλάδα, υλοποιώντας κατά κύριο λόγο τη σχεδίαση πατρόν, τον δειγματισμό και τον ποιοτικό έλεγχο και σε μικρότερο ποσοστό τη ραφή, η οποία καθορίζει και το όνομα της χώρας που θα μπει στην ετικέτα «Made in…».

«Οι καθαρά εξαγωγικές εταιρείες ενδυμάτων που ράβουν για λογαριασμό ξένων brands είναι γύρω στις 100-120 και βρίσκονται στη Β. Ελλάδα, με την πλειονότητα αυτών στον νομό Θεσσαλονίκης», δηλώνει στην «Κ» o γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πλεκτικής – Ετοιμου Ενδύματος Ελλάδος (ΣΕΠΕΕ) Θεόφιλος Ασλανίδης. «Εδώ γίνεται ο σχεδιασμός και η πρώτη ύλη μπορεί να είναι εισαγωγής, έχω για παράδειγμα υφάσματα που έρχονται από την Ασία. Αφού συλλέξουμε τα υλικά και γίνουν ο ποιοτικός έλεγχος και οι κοπές των προϊόντων, τα στέλνουμε για ραφή σε δικές μας εταιρείες στη Βουλγαρία», εξηγεί ο κ. Νίκος Δάκος πρόεδρος του Δ.Σ. εξαγωγικής εταιρείας που συνεργάζεται με 40 πελάτες από το εξωτερικό.

Ασφαλώς δεν πρόκειται για μια νέα πρακτική. Οι πρώτοι πελάτες είχαν κάνει την εμφάνισή τους τη δεκαετία του ’70, με τη «χρυσή εποχή» για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις να θεωρείται η δεκαετία ’80 και του ’90. Η εγγύτητα της Β. Ελλάδας με την κύρια αγορά, τη Γερμανία, που επέτρεπε τις γρήγορες παραδόσεις οδικώς, οι καλές πρώτες ύλες, όπως το βαμβάκι που εθεωρείτο εξαιρετικής ποιότητας, οι υποδομές, τα βαφεία και οι κλωστοϋφαντουργίες, αλλά και η παραγωγή προϊόντων σε ανταγωνιστικές τιμές, ήταν οι λόγοι που μαγνήτισαν μεγάλα ονόματα της μόδας. Ωστόσο, η εικόνα σήμερα έχει αλλάξει.

«Τις πρώτες δεκαετίες έρχονταν για το φθηνό εργατικό, σήμερα δεν έρχονται για το φθηνό κόστος παραγωγής, αλλά για το ότι οι ελληνικές εταιρείες μπορούν να ανταποκριθούν ακόμη και στις πιο υψηλές προδιαγραφές. Επίσης, τα τελευταία 15-20 χρόνια, το 80% της παραγωγής δεν γίνεται στην Ελλάδα, αλλά για λογαριασμό των ελληνικών εταιρειών στη Βουλγαρία, στην Αλβανία, στα Σκόπια, στη Ρουμανία, στη Σερβία και στην Τουρκία», εξηγεί ο κ. Ασλανίδης.

Η μετακόμιση εταιρειών για φορολογικούς λόγους στη Βουλγαρία είναι μία από τις αιτίες για τη μείωση του τζίρου στο πέρασμα των χρόνων. «Τη δεκαετία ’80-’90 υπήρχαν περίπου 500 εξαγωγικές εταιρείες που έκαναν τζίρο γύρω στο 1,5 δισ. ευρώ, το 2000 μειώθηκαν στις 250 και σήμερα είναι γύρω στις 100-120. Την τελευταία πενταετία έχει σταθεροποιηθεί εκεί ο αριθμός τους. Το 2017 ο τζίρος ήταν 350 εκατ.», εξηγεί ο κ. Ασλανίδης.

Οι λόγοι της φυγής

«Η εταιρεία στη Βουλγαρία έχει 10% φορολογία, υπάρχει λιγότερη γραφειοκρατία και μεγαλύτερη κατανόηση του επιχειρηματία σε σχέση με αυτό που αντιμετωπίζουμε εδώ. Υπάρχει απόλυτη συνέπεια στην επιστροφή ΦΠΑ, μια ξεκάθαρη νομοθεσία που δεν αλλάζει κάθε λίγο και λιγάκι για φορολογικά θέματα, ένας πολύ πιο κατανοητός φορολογικός κώδικας χωρίς πολλές παραγράφους και αστερίσκους. Μπορείς να αισθάνεσαι ότι είναι μαζί σου το κράτος. Ακόμα κι αν δεν είναι όμως μαζί σου, τουλάχιστον δεν σου βάζει τρικλοποδιές», δηλώνει από την πλευρά του ο κ. Δάκος.

Για τον Σ.Χ., γενικό διευθυντή εξαγωγικής εταιρείας με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η έλλειψη υποδομών και το brain drain είναι τα κυριότερα προβλήματα. «Είμαστε πολύ έξυπνοι, αλλά δεν μπορούμε να συνεργαστούμε και δεν έχουμε πανεπιστήμια, δεν υπάρχει τίποτα που να υποστηρίζει τον κλάδο. Η νεολαία δεν θέλει να δουλέψει στην παραγωγή, τα μυαλά έφυγαν. Πάνε όλοι στο πανεπιστήμιο για να γίνουν κάτι, αλλά δεν υπάρχει σύνδεση πανεπιστημίου και παραγωγικής δραστηριότητας. Και να θες να κάνεις παραγωγή δεν βρίσκεις, γιατί κι αυτοί που ήταν βγήκαν στη σύνταξη», σημειώνει. Η σύγκριση με την Τουρκία στο σκέλος των υποδομών είναι εντυπωσιακή.

«Φανταστείτε εμείς έχουμε τρία βαφεία στη Θεσσαλονίκη και η Τουρκία μόνο στην ευρωπαϊκή πλευρά έχει 300», προσθέτει.

Στη γενικότερη αρνητική συγκυρία προστέθηκαν και τα capital controls που έθεσαν σε κίνδυνο την προσπάθεια επιβίωσης των ελληνικών εταιρειών αλλά και την αξιοπιστία τους. «Υπήρχε μια ανασφάλεια εκ μέρους των πελατών μας λόγω της κρίσης στην Ελλάδα για το εάν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας.

Ακουγαν για capital controls και για να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη έπρεπε να τους δώσουμε εγγυήσεις ότι έχουμε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουμε τις παραγωγές μας και να είμαστε συνεπείς», αναφέρει ο κ. Δάκος.

Η διεθνής συγκυρία

«Στην αρχή λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ευρώπη με τη Lehman Brothers το 2008-2009 υπήρξε μια υποχώρηση των εξαγωγών και ακολούθησαν και δύο δύσκολες χρονιές από το 2010 έως το 2012, που ήταν η περίοδος που αμφιταλαντεύονταν πολύ οι πελάτες για το εάν θα πάρουν το προϊόν τους, αν η Ελλάδα θα επιβιώσει», επισημαίνει ο γενικός διευθυντής του ΣΕΠΕΕ Θεόφιλος Ασλανίδης. «Από το 2013 και μετά, με εξαίρεση το 2015 που είχαμε πισωγύρισμα, λόγω των capital controls, καθώς για ένα τρίμηνο-τετράμηνο “πάγωσε” τελείως η αγορά, έχουμε αύξηση των εξαγωγών».

Στη γενικότερη εικόνα, πάντως, όπως υποστηρίζει ο κ. Νίκος Δάκος, προσμετριούνται και οι διεθνείς εξελίξεις, όπως η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία που αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της Ελλάδας. «Η Ελλάδα είναι κομμάτι διεθνούς συγκυρίας. Με τα προβλήματα που είχε η Τουρκία πολλοί πελάτες φεύγουν από εκεί γιατί αισθάνονται μια ανασφάλεια, βλέπουν την Ελλάδα ως χώρα παραγωγής και δίνουν τη δυνατότητα να προσφέρεις και εσύ μια τιμή αν μπορέσεις να συνεργαστείς μαζί τους», καταλήγει.