ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Σκληραίνει η θέση της Εκκλησίας για τη συνέχιση διαλόγου

sklirainei-i-thesi-tis-ekklisias-gia-ti-synechisi-dialogoy-2306034

Διάλογο που θα φτάσει έως και στην επόμενη κυβέρνηση, για τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας, αποφάσισε χθες –και επισήμως– η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Την ίδια στιγμή, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εμφανίζεται να έχει «επικρατήσει» του «αντιπολιτευτικού» μετώπου εντός της Ιεραρχίας, όπως αυτό συνασπίσθηκε ενόψει της εκλογής μητροπολίτη στη Μητρόπολη Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης.

Ειδικότερα, χθες η Ιεραρχία, που συνήλθε εκτάκτως από την Τρίτη, επιβεβαίωσε ομόφωνα την άρνησή της (που είχε αποτυπωθεί από τη συνεδρίαση στις 16/11/2018, αλλά και στη συνεδρίαση της Τρίτης) να δεχθεί την πρόταση της πολιτείας για αλλαγές στη μισθοδοσία του κλήρου και τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του διαλόγου. «Η απόφαση της Ιεραρχίας είναι μια δυσάρεστη εξέλιξη για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας, εκπροσώπους της Πολιτείας, διανοούμενους και κληρικούς που πιστεύουν στην αναγκαιότητα μιας νέας οριοθέτησης των ρόλων Εκκλησίας – Πολιτείας προς όφελος της Εκκλησίας, της κοινωνίας και του κοσμικού χαρακτήρα του Κράτους», σχολίασε ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Κώστας Γαβρόγλου.

Ωστόσο, η Ιεραρχία αποφάσισε επίσης να προσδιορίσει «τα θέματα στα οποία θα συνεχισθεί ο διάλογος με την πολιτεία, ήτοι τις οργανικές θέσεις των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, την αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα εκκλησιαστική περιουσία έως το 1939, τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας μετά τις συμβάσεις της 18.9.1952», όπως είπε. Η απόφαση κρίνεται ως σκλήρυνση της θέσης της Εκκλησίας έναντι της κυβέρνησης, αφού το προσχέδιο συμφωνίας από τις 6/11/2018 έλεγε ότι «το Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της. Το Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου ως με ευρεία έννοια αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία». Ωστόσο, στη χθεσινή απόφασή της η Ιεραρχία μίλησε για αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα εκκλησιαστική περιουσία έως το 1939.

Ως προς την εκλογή για τη Μητρόπολη Γλυφάδας, Ελληνικού, Βούλας, Βουλιαγμένης και Βάρης, εξελίχθη σε ντέρμπι. Συγκεκριμένα, μητροπολίτες που εμφανίζονται ως δελφίνοι του αρχιεπισκοπικού θρόνου θέλησαν να αποδυναμώσουν τον κ. Ιερώνυμο μέσω της εκλογής υποψηφίου που δεν ήταν ο «εκλεκτός» του Αρχιεπισκόπου. Οι δύο βασικοί υποψήφιοι ήταν ο αρχιμανδρίτης Αλέξιος Ψωίνος και ο επίσκοπος Σαλώνων Αντώνιος. Ο δεύτερος είχε προκριθεί από τον κ. Ιερώνυμο λόγω της εμπειρίας του ως διευθυντού της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, με δεδομένο ότι η μητρόπολη έχει σημαντικά ακίνητα προς αξιοποίηση. Στη δεύτερη και τελική ψηφοφορία προηγήθηκε ο κ. Αλέξιος Ψωίνος με μία ψήφο διαφορά, ωστόσο διαπιστώθηκε ότι δεν είχε καταμετρηθεί ένα ψηφοδέλτιο υπέρ του κ. Αντωνίου και έτσι το αποτέλεσμα κατέληξε ισόπαλο 38-38. Η Σύνοδος αποφάνθηκε υπέρ του επισκόπου Σαλώνων, καθώς κατέχει τα πρεσβεία της ιεροσύνης έναντι του κ. Ψωίνου.