ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλος: Αποποινικοποίηση; Απαγε της βλασφημίας…

g-i-androytsopoylos-apopoinikopoiisi-apage-tis-vlasfimias-2306881

Ξεκίνησε προ ημερών και ολοκληρώνεται αύριο η δημόσια διαβούλευση για ακόμη ένα, νέο, σχέδιο Ποινικού Κώδικα, που θα αντικαταστήσει τον ήδη ισχύοντα (1951). Στο πλαίσιο εξορθολογισμού των ποινικών διατάξεων, αναδιαρθρώνεται, μεταξύ άλλων, και το Ζ΄ κεφάλαιο, το οποίο, υπό τον τίτλο «Επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης», κυριολεκτικώς αποψιλώνεται. Πιο συγκεκριμένα, από τα τέσσερα αδικήματα που περιλαμβάνει, διασώζεται μόνο το ένα (διατάραξη θρησκευτικών συναθροίσεων), ενώ αποποινικοποιούνται, ως ασήμαντης προφανώς ποινικής απαξίας, η κακόβουλη βλασφημία και η καθύβριση θρησκευμάτων. Η εξέλιξη αυτή δεν με βρίσκει απολύτως σύμφωνο· και εξηγούμαι:

Είναι γεγονός ότι στο κεφάλαιο αυτό συγκεντρώνονται ανομοιογενείς, ως επί το πολύ, διατάξεις και συνεπώς, ευλόγως ανακύπτει το ερώτημα εάν όλες ή μερικές από αυτές έχουν σήμερα πλέον λόγο υπάρξεως. Ειδικότερα, το ερώτημα αυτό αφορά κυρίως τις διατάξεις των άρθρων 198 και 199, οι οποίες αναφέρονται στα αδικήματα της κακόβουλης βλασφημίας και της καθυβρίσεως θρησκευμάτων και αποδίδουν τη διδασκαλία περί θρησκευτικής ελευθερίας όπως αυτή γινόταν αντιληπτή από τη θεωρία, αλλά και από τη νομολογία της μετεμφυλιακής εποχής, εποχής κατά την οποία, ας μη λησμονείται, δεν είχε καν θεσπισθεί και τεθεί σε ισχύ και στη χώρα μας η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Τούτο δεν αποδεικνύεται μόνο από τη χρησιμοποίηση στις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού του παρωχημένου, και εσφαλμένου πλέον, όρου, «ανεκτή» θρησκεία, προκειμένου να δηλωθεί η «γνωστή» θρησκεία, έννοια η ορθότητα της οποίας σήμερα επίσης πλέον ευθέως αμφισβητείται, όσο από την έντονη προσήλωση του γράμματος των διατάξεων προεχόντως στην προστασία της «επικρατούσας» Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας.

Κατά συνέπειαν, η τύχη των διατάξεων αυτών συνδέεται αρρήκτως με τη γενικότερη συζήτηση του μεγάλου και χρονίζοντος πλέον ζητήματος των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας στη χώρα μας και ειδικότερα της διακριτής θέσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία απολαμβάνει μία, θεσμικώς πάντως επιτρεπτή, εξαιρετική μεταχείριση. Κατ’ επέκτασιν και η τύχη των διατάξεων αυτών συναρτάται με την εξέλιξη των σχέσεων των δύο θεσμών στη χώρα μας. Επομένως, η πρόταση για την απάλειψή τους από τον Ποινικό Κώδικα δεν φαίνεται να είναι ασύνδετη με την κυβερνητική αναθεωρητική πρωτοβουλία, που στοχεύει στην εισαγωγή στο άρθρο 3 του Συντάγματος μιας ρήτρας, ύποπτης «συνθηματικής συντομίας», για την «κρατική θρησκευτική ουδετερότητα».

Παρά το γεγονός ότι η δικαστηριακή πράξη, ιδίως, έχει καταδείξει το πρακτικώς δυσεφάρμοστο των συγκεκριμένων διατάξεων, που οφείλεται κυρίως στα στοιχεία της δημοσιότητας και του δόλου που απαιτούνται για την τυποποίησή τους, δεν είναι ασύμβατες τόσο με το ισχύον Σύνταγμα όσο και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και τούτο, διότι στην πρώτη περίπτωση προστατευόμενο έννομο αγαθό πρέπει να θεωρείται η «“πολιτισμική ταυτότητα”, την οποία κατά κανόνα συμπροσδιορίζει η θρησκεία» (Α. Ψαρούδα-Μπενάκη, 2016) και υπό την έννοια αυτή διασώζεται η συνταγματικότητα της ρυθμίσεως. Από την άλλη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δέχεται (ΕΔΔΑ 25.10.2018, E.S. v. Austria) ότι από το άρθρο 10 παρ. 2 ΕΣΔΑ (ελευθερία εκφράσεως) προκύπτει καθήκον αποφυγής, στο μέτρο του δυνατού, εκφράσεως η οποία είναι, σε σχέση με πρόσωπα θρησκευτικής λατρείας, αδικαιολογήτως προσβλητική για τους άλλους και βλάσφημη. Στη συνάφεια αυτή, νομιμοποιείται το κράτος να θεωρεί τη συμπεριφορά αυτή θεμιτά ως ασύμβατη με τον σεβασμό της ελευθερίας σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας και να επιβάλει αναλογικά περιοριστικά μέτρα, τα οποία, πάντως, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να έχουν αποτρεπτικά αποτελέσματα (chilling effects) στην ελευθερία του λόγου.

Ετσι, αντί της καταργήσεως, θα μπορούσε, με πρότυπο ανάλογες διατάξεις του γερμανικού ιδίως Ποινικού Κώδικα (άρθρο 166 παρ. 1-2), να επαναδιατυπωθεί μία διάταξη, η οποία να προστατεύει όχι μόνο τις θρησκευτικές κοινότητες, αλλά και τις φιλοσοφικές οργανώσεις από προσβολές που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης από τις αντιδράσεις των πιστών ή και οπαδών σε μια βλάσφημη πράξη. Αντί, δηλαδή, η ρύθμιση περί βλασφημίας να εστιάζει στο ούτως ή άλλως δυσαπόδεικτο στοιχείο της κακοβουλίας, θα μπορούσε να κατευθύνεται πλέον στην προστασία της δημοσίας τάξεως, που αυτονοήτως διασαλεύεται από την προσβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων, η οποία συντελείται όταν υπάρχουν πράξεις που προκαλούν «εχθροπάθεια» (religious hatred) και δικαιολογημένη αγανάκτηση…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.